Το διαζύγιο και οι επιπτώσεις του στα παιδιά

1. Εισαγωγή

Έως και τις αρχές της δεκαετίας του ‘60, το 90% των παιδιών περνούσαν την παιδική και την εφηβική τους ηλικία και με τους δυο γονείς τους, στα πλαίσια μιας πυρηνικής οικογένειας. Στις μέρες μας, αυτό ισχύει μόνο για το 40% των παιδιών στην Αμερική και το 50% στην Αγγλία. Το γεγονός αυτό αποδίδεται τόσο στη ραγδαία αύξηση των διαζυγίων όσο και στον αυξανόμενο αριθμό των παιδιών που γεννιούνται εκτός γάμου (Hetherington & Stanley-Hagan, 1999). Παρόμοια δεδομένα ισχύουν και για τα υπόλοιπα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου ο αριθμός των διαζυγίων το 2004 άγγιξε το 1.000.000 (1 διαζύγιο για κάθε δύο γάμους), ενώ το ένα τρίτο των παιδιών που γεννήθηκαν ήταν παιδιά εκτός γάμου (Eurostat, 2006).

Η Ελλάδα, αν και μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατατάσσεται στην τρίτη θέση με τα λιγότερα διαζύγια (μετά την Ιρλανδία και την Ιταλία), ωστόσο επίσης παρουσιάζει αυξητική τάση στον ετήσιο αριθμό διαζυγίων. Έτσι, ενώ μέχρι το 1984 ο ολικός δείκτης διαζυγίων, ανά εκατό γάμους, παραμένει στο επίπεδο των 8 διαζυγίων, από το 1984 έως και το 1992 εμφανίζει αύξηση, που κυμαίνεται ανάμεσα στα 8 με 10 διαζύγια. Στα χρόνια που ακολουθούν, ο δείκτης παρουσιάζει συνεχώς ανοδική τάση φτάνοντας τα 15 διαζύγια το 1997, τα 20 διαζύγια το 2003 και τα 21 διαζύγια ανά εκατό γάμους το 2004 (Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, 2006).

Μεταξύ των παραγόντων που συμβάλλουν στην αύξηση των διαζυγίων διεθνώς συγκαταλέγονται: η εγκατάλειψη των παραδοσιακών ρόλων των δύο φύλων και η αυξανόμενη οικονομική ανεξαρτησία της γυναίκας, η μεγαλύτερη κοινωνική αποδοχή του διαζυγίου, η αλλαγή των στάσεων απέναντι στο θεσμό του γάμου και η στροφή προς ατομικιστικές αξίες, οι νομοθετικές ρυθμίσεις που έχουν απλοποιήσει τη διαδικασία έκδοσης διαζυγίου κ.α. (Amato, 2000. White, 1990). Ορόσημο στη σχετική νομοθεσία της Ελλάδας αποτέλεσε το νέο Οικογενειακό Δίκαιο του 1983 (Ν. 1329/83), με το οποίο τροποποιήθηκαν οι διατάξεις που αφορούσαν την έκδοση διαζυγίου και αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά η δυνατότητα έκδοσης συναινετικού διαζυγίου (Χατζηχρήστου, 1999).

Πάνω από το 50% των διαζυγίων που εκδίδονται κάθε χρόνο αφορούν παιδιά ηλικίας κάτω των δεκαοχτώ ετών (Amato, 2000). Μετά το διαζύγιο τα περισσότερα παιδιά (85%) μένουν με τη μητέρα τους. Ωστόσο, αυτή η κατάσταση είναι συνήθως προσωρινή, καθώς το 65% των γυναικών και το 75% των ανδρών ξαναπαντρεύεται. Καθώς ο αριθμός των διαζυγίων στους δεύτερους (ή και επόμενους) γάμους είναι μεγαλύτερος συγκριτικά με τους πρώτους, πολλά παιδιά εκτίθενται σε μια σειρά από μεταβατικές εμπειρίες και αλλαγές στις οικογενειακές σχέσεις και ρόλους (Cherlin & Furstenberg, 1994). Οι Capaldi και Patterson (1991) υποστηρίζουν ότι τα παιδιά, ιδιαίτερα τα αγόρια, που υφίστανται πολλαπλές τέτοιου είδους μεταβατικές εμπειρίες εμφανίζουν σημαντικά προβλήματα στην ψυχοκοινωνική τους προσαρμογή.

Ανεξάρτητα από την ηλικία τους, για τα περισσότερα παιδιά το διαζύγιο των γονέων αποτελεί μια μείζονα στρεσογόνο κατάσταση (Amato, 2000. Davies & Cummings, 1994. Hodges, 1986). Μόνο τα παιδιά που έχουν υποστεί κακοποίηση ή έχουν δει τον ένα γονέα να κακοποιείται από τον άλλον ανακουφίζονται όταν ο γάμος τελειώνει. Στις υπόλοιπες, ωστόσο, περιπτώσεις συχνά τα παιδιά αδυνατούν να δουν τα πιθανά πλεονεκτήματα ενός διαζυγίου παρά μόνο μερικά χρόνια αργότερα (Hodges, 1986). Το διαζύγιο, επιπλέον, αποτελεί μια μορφή απώλειας σε πολλαπλά επίπεδα. Το οικογενειακό σύστημα δεν ενσωματώνει μόνο τους δύο γονείς και τα παιδιά, αλλά και τις συνήθειες, τις τελετουργίες, τα πρότυπα, τις σχέσεις με τα μέλη της ευρύτερης οικογένειας που διαμορφώνονται εντός της οικογενειακής εστίας. Όλα αυτά αλλάζουν με το διαζύγιο, καθώς η οικογενειακή ενότητα που προηγουμένως περιείχε δύο γονείς δεν υπάρχει πια (Lohr & Chethic, 1989).

Οι περισσότεροι ερευνητές συμφωνούν ότι τα παιδιά χωρισμένων γονέων, κατά μέσο όρο, εμφανίζουν περισσότερα προβλήματα προσαρμογής από εκείνα που οι γονείς τους δεν έχουν χωρίσει (Kelly & Emery, 2003. Leon, 2003. Kelly, 2000). Ωστόσο, το μέγεθος και η σημασία αυτών των διαφορών αποτελεί ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα (Hetherington & Stanley-Hagan, 1999). Οι Amato και Keith (1991a, 1991b), κάνοντας μια μετα-ανάλυση 129 ερευνών της δεκαετίας του ’80 σχετικά με τις επιπτώσεις του διαζυγίου στην παιδική ηλικία και αργότερα στην ενήλικη ζωή, διαπίστωσαν ότι οι διαφορές αυτές είναι μικρές και με την πάροδο του χρόνου έχουν μειωθεί λόγω της αύξησης της συχνότητας και της κοινωνικής αποδοχής του διαζυγίου. Παρόμοια ήταν και τα αποτελέσματα της μετα-ανάλυσης 67 ερευνών της δεκαετίας του ’90 από τον Amato (2001), αν και παρατηρήθηκε μικρή αύξηση, συγκριτικά με την προηγούμενη δεκαετία, της διαφοράς του μέσου όρου προβλημάτων προσαρμογής μεταξύ παιδιών χωρισμένων και μη χωρισμένων γονέων. Θα μπορούσε πιο εύστοχα να ειπωθεί ότι τα παιδιά χωρισμένων γονέων αποτελούν μια ομάδα υψηλού κινδύνου για την εμφάνιση προβλημάτων προσαρμογής, καθώς η πλειοψηφία τους δεν εμφανίζει σοβαρά ή μόνιμα προβλήματα και εξελίσσονται σε επαρκείς και καλά προσαρμοσμένους ενήλικες (Hetherington, 1999. Amato, 1999. McLanahan, 1999. Chase-Lansdale, Cherlin, & Kiernan, 1995).

Η επίδραση του διαζυγίου στα παιδιά και η μετέπειτα προσαρμογή τους εξαρτάται από ποικίλους ψυχοκοικοινωνικούς, οικογενειακούς, ατομικούς και οικονομικούς παράγοντες που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους (Χατζηχρήστου, 1999). Στη διεθνή βιβλιογραφία οι παράγοντες αυτοί ομαδοποιούνται σε δύο κατηγορίες: α. παράγοντες επικινδυνότητας και β. προστατευτικοί παράγοντες. Στη συνέχεια του κεφαλαίου (στην ενότητα για τις θεωρητικές προσεγγίσεις των επιπτώσεων του διαζυγίου), θα περιγραφούν αναλυτικά τόσο οι παράγοντες που παρεμποδίζουν την ψυχοκοινωνική προσαρμογή των παιδιών και των εφήβων έπειτα από ένα διαζύγιο όσο και οι παράγοντες που την προάγουν.

Οι προστατευτικοί παράγοντες και οι παράγοντες επικινδυνότητας δεν είναι στατικοί και αμετάβλητοι, καθώς το διαζύγιο είναι μόνο ένα βήμα σε μια σειρά από μεταβατικές εμπειρίες και αλλαγές. Επιπλέον, υπάρχουν μεγάλες ατομικές διαφορές μεταξύ των παιδιών όσον αφορά την ισορροπία και την αλληλεπίδραση αυτών των παραγόντων στη διάρκεια του χρόνου. Τέλος, για να γίνει κατανοητή η ποικιλία και η διαφορετικότητα των πιθανών εκβάσεων, πρέπει να σημειωθεί ότι αν και το διαζύγιο σχετίζεται με στρεσογόνες αλλαγές στην οικογένεια, μπορεί να αποτελέσει μια ευκαιρία για προσωπική ανάπτυξη και ευημερία, ιδιαίτερα όταν τα παιδιά φεύγουν από ένα περιβάλλον συγκρουσιακό, κακοποιητικό ή παραμελητικό (Hetherington & Stanley-Hagan, 1999).

2. Το διαζύγιο ως διαδικασία και οι επιπτώσεις του στους γονείς

Τα τελευταία χρόνια έχει αναθεωρηθεί η έννοια του διαζυγίου και δεν αποτελεί πλέον ένα μεμονωμένο και περιορισμένο στο χρόνο συμβάν, αλλά μια εξελικτική διαδικασία διάρκειας ετών που περιλαμβάνει μια σειρά από αλλαγές τόσο για το κάθε μέλος, όσο και για τις σχέσεις μεταξύ των μελών μιας οικογένειας (Kelly & Emery, 2003). Ξεκινά από τις διαταραγμένες ενδοοικογενειακές σχέσεις που βαθμιαία και κάτω από ορισμένες συνθήκες οδηγούν το οικογενειακό σύστημα σε κρίση και στην τελική απόφαση των γονέων για διαζύγιο (Σταύρου & Χριστογιώργος, 2001).

Το διαζύγιο συνήθως εξελίσσεται σε τρεις διαδοχικές φάσεις: την οξεία, τη μεταβατική και την τελική φάση. Η οξεία φάση χαρακτηρίζεται από έντονες συγκρούσεις, όπου οι γονείς βιώνουν έντονα συναισθήματα θυμού, πανικού, απώλειας ή κατάθλιψης και μπορεί να παλινδρομήσουν σοβαρά στη συμπεριφορά τους. Η φάση αυτή συνήθως διαρκεί λίγο, όμως αρκετά ζευγάρια συχνά μένουν καθηλωμένα στην οξεία φάση για πολλά χρόνια, καθώς την επαναδραστηριοποιούν με συνεχείς προστριβές ή με δικαστικές διαμάχες για οικονομικά ζητήματα και για θέματα που αφορούν την επιμέλεια των παιδιών και τη ρύθμιση της μεταξύ τους επικοινωνίας. Στη μεταβατική φάση, οι γονείς σταδιακά αποδεσμεύονται ο ένας από τη ζωή του άλλου και προχωρούν σε νέες σχέσεις και επαγγελματικές δραστηριότητες, μεταβάλλοντας τις ζωές τους σε πολλαπλά επίπεδα. Η τελική φάση σηματοδοτείται από την εγκαθίδρυση μιας νέας μορφή οικογένειας -είτε με τη μορφή της μονογονεϊκής οικογένειας είτε με τους νέους γάμους των πρώην συζύγων- και την προσαρμογή στην καινούρια κατάσταση (Σταύρου & Χριστογιώργος, 2001).

Σύμφωνα με τον Wiseman (1975, όπως αναφέρεται στο Χατζηχρήστου, 1999) υπάρχουν στάδια κατά την προσαρμογή ενός ατόμου στη συνθήκη του διαζυγίου, τα οποία είναι αντίστοιχα της διαδικασίας του θρήνου για το θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου. Τα στάδια αυτά είναι τα εξής: α. άρνηση, β. απώλεια και κατάθλιψη, γ. θυμός και αμφιθυμία, δ. επαναπροσδιορισμός της ταυτότητας και του τρόπου ζωής και ε. αποδοχή του χωρισμού και νέο επίπεδο λειτουργίας. Έτσι, αρχικά οι σύζυγοι αρνούνται την υπάρχουσα κατάσταση και είτε δηλώνουν ότι είναι ικανοποιημένοι από το γάμο τους, παρά τις όποιες δυσκολίες τους, είτε παραδέχονται ότι έχουν σοβαρά προβλήματα, τα οποία αποδίδουν όμως σε άλλους εξωτερικούς παράγοντες, όπως οικονομικές δυσκολίες, προβλήματα που αφορούν τα παιδιά κ.α. Στη συνέχεια, η σταδιακή συνειδητοποίηση της κατάστασης, προκαλεί αντιδράσεις και συναισθήματα παρόμοια με την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου: λύπη, κατάθλιψη, μοναξιά, απελπισία και έλλειψη επικοινωνίας με τους άλλους. Στο επόμενο στάδιο κυριαρχούν συναισθήματα θυμού, απογοήτευσης και αμφισβήτησης. Η ρύθμιση οικονομικών ζητημάτων και θεμάτων που αφορούν την επιμέλεια των παιδιών συχνά συνοδεύονται από εκρήξεις θυμού που λειτουργούν ως διέξοδος των αρνητικών συναισθημάτων. Η στάση απέναντι στο επερχόμενο διαζύγιο είναι αμφιθυμική και συχνά γίνονται προσπάθειες συμφιλίωσης και επανασύνδεσης. Όταν αυτές οι προσπάθειες αποτύχουν, οι πρώην σύζυγοι καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα διαφορετικό τρόπο ζωής, γεγονός που απαιτεί μια διαδικασία επαναπροσδιορισμού της ταυτότητας σε ποικίλους τομείς (προσωπικό, επαγγελματικό, σεξουαλικό και κοινωνικό), που προοδευτικά θα οδηγήσει στην αποδοχή του χωρισμού και σε ένα νέο επίπεδο λειτουργίας (Χατζηχρήστου, 1999).

Όσον αφορά τις επιπτώσεις του διαζυγίου στους γονείς, η συντριπτική πλειοψηφία των διαθέσιμων ερευνών εστιάζει στις αρνητικές συνέπειές του και μόνο ένας μικρός αριθμός ερευνών κάνει αναφορά σε πιθανές θετικές επιπτώσεις. Αναλυτικότερα, ανασκόπηση των ερευνών της τελευταίας δεκαετίας από τον Amato (2000) έδειξε ότι οι διαζευγμένοι γονείς συγκριτικά με τους παντρεμένους έχουν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση, εμφανίζουν περισσότερα συμπτώματα κατάθλιψης και ψυχικής κόπωσης και αναφέρουν μειωμένα επίπεδα ψυχολογικής ευεξίας. Επιπλέον, παρουσιάζουν περισσότερα προβλήματα υγείας (Aldous & Ganey, 1999), βρίσκονται σε δυσχερέστερη οικονομικά θέση – ιδιαίτερα οι γυναίκες - (Breivik & Olweus, 2006), έχουν λιγότερο ικανοποιητική σεξουαλική ζωή, αναφέρουν πιο συχνά συνθήκες κοινωνικής απομόνωσης και είναι πιθανότερο να έρθουν αντιμέτωποι με περισσότερα αρνητικά γεγονότα ζωής (Amato, 2000).

Αναπόφευκτα, το στρες που προκαλεί ένα διαζύγιο επηρεάζει αρνητικά και τη συμπεριφορά των γονέων απέναντι στα παιδιά τους (Hetherington & Stanley-Hagan, 1999). Σύμφωνα με τους Maccoby και Martin (1983), οι δυο πιο βασικές διαστάσεις της γονεϊκής συμπεριφοράς, που δρουν ευεργετικά στην ανάπτυξη των παιδιών, είναι η απαιτητικότητα (demandingness) και η απαντητικότητα (responsiveness). Ως απαιτητικότητα ορίζεται η συμπεριφορά ελέγχου και επιβολής κανόνων εκ μέρους του γονέα, ενώ ως απαντητικότητα η συμπεριφορά ανταπόκρισης ή ευαισθησίας στις ανάγκες του παιδιού (Conger & Galambos, 1997). Οι διαζευγμένοι γονείς, συγκριτικά με τους παντρεμένους, είναι λιγότερο απαντητικοί στις ανάγκες των παιδιών τους και λιγότερο συνεπείς στον έλεγχο και την επιβολή ορίων, ιδιαίτερα κατά την αρχική περίοδο μετά το χωρισμό (Hetherington & Stanley-Hagan, 1999).

Ωστόσο, οι επιπτώσεις του διαζυγίου στους γονείς δεν είναι πάντα και απαραίτητα μόνο αρνητικές. Ευρήματα ερευνών καταδεικνύουν ότι συχνά το διαζύγιο σχετίζεται θετικά με υψηλότερα επίπεδα αυτονομίας και προσωπικής ανάπτυξης. Αρκετές διαζευγμένες γυναίκες ανέφεραν ότι μετά το διαζύγιο είχαν περισσότερες επαγγελματικές ευκαιρίες, απόκτησαν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και μια ισχυρότερη αίσθηση ελέγχου της ζωής τους. Αντίστοιχα, ένας αριθμός διαζευγμένων αντρών υποστήριξε ότι έπειτα από τη διάλυση του γάμου τους βελτίωσαν τις κοινωνικές τους δεξιότητες και ήταν πιο πρόθυμοι να αποκαλύψουν και να μοιραστούν με σημαντικούς άλλους προσωπικές πληροφορίες και δεδομένα (Amato, 2000).

Ο τρόπος αντίδρασης των γονέων στο γεγονός του διαζυγίου εξαρτάται από την ποιότητα των οικογενειακών σχέσεων πριν από το διαζύγιο, από τις συνθήκες που οδήγησαν στη διάλυση του γάμου και από τις αλλαγές που τη συνοδεύουν, αλλά και από παράγοντες όπως η προσωπικότητα των πρώην συζύγων, η στάση του κοινωνικού περίγυρου, η ύπαρξη υποστηρικτικού δικτύου, η διάρκεια του γάμου κ.α. (Σταύρου & Χριστογιώργος, 2001. Hetherington, 1999). Σημαντικός είναι και ο ρόλος του χρόνου που έχει περάσει μετά από ένα διαζύγιο, καθώς σταδιακά οι γονείς συμβιβάζονται και προσαρμόζονται στη νέα κατάσταση (Barrett, 2003). Σχεδόν πάντα, όμως, οι πρώτοι μήνες μετά από ένα διαζύγιο χαρακτηρίζονται από έντονες συγκρούσεις μεταξύ των γονέων και συναισθήματα άγχους, κατάθλιψης, θυμού, απόρριψης ή ανεπάρκειας, που προοδευτικά μειώνονται και τελικά εξαλείφονται μετά από περίπου δύο με τρία χρόνια (Lorenz, Simons, Conger, Elder, Johnson, & Chao, 1997).

3. Οι επιπτώσεις του διαζυγίου στα παιδιά και στους εφήβους

Το διαζύγιο μπορεί να προκαλέσει στα παιδιά ποίκιλα συναισθήματα, αντιδράσεις και προβλήματα, όπως φαντασιώσεις επανασύνδεσης, φόβος εγκατάλειψης, αίσθημα προσωπικής ευθύνης για το διαζύγιο των γονέων, προβλήματα στην ταύτιση με το ρόλο του φύλου και προβλήματα προσαρμογής.

α. Φαντασιώσεις επανασύνδεσης

Τα παιδιά δυσκολεύονται να αποδεχτούν τη μονιμότητα της κατάστασης ενός διαζυγίου και πολύ συχνά εμφανίζουν για μεγάλο χρονικό διάστημα φαντασιώσεις επανασύνδεσηςτων γονέων τους και το συναίσθημα ότι θα μπορούσαν να ανατρέψουν την υπάρχουσα κατάσταση με το να είναι «αρκετά καλά παιδιά». Όταν οι διάφορες στρατηγικές που χρησιμοποιούν τα παιδιά για να επιτύχουν αυτό το σκοπό αποτύχουν, ως αποτέλεσμα μπορεί να αναπτυχθεί μια χαμηλότερη αίσθηση αυτεπάρκειας και αυτοεκτίμησης (Worden, 1996). Οι Lohr και Chethic (1989) υποστηρίζουν ότι αυτές οι φαντασιώσεις αποτελούν μια φυσιολογική αντίδραση των παιδιών στο τραυματικό γεγονός του διαζυγίου και μια προσπάθεια να διατηρήσουν άθικτη στη φαντασία τους την εικόνα των γονέων τους. Συχνά μάλιστα, τα παιδιά αποτυπώνουν στις ζωγραφιές τους την επιθυμία τους για οικογενειακή ενότητα, ζωγραφίζοντας όλα τα μέλη της οικογένειάς τους να ζουν ευτυχισμένα κάτω από την ίδια στέγη (Hodges, 1986).

Ένα διαζύγιο μετά από πολλαπλούς χωρισμούς και επανασυνδέσεις, τροφοδοτεί τη σκέψη των παιδιών με τέτοιου είδους φαντασιώσεις ακόμα και για πολύ καιρό έπειτα από την οριστικοποίηση του διαζυγίου (Worden, 1996). Η άρνηση του παιδιού να αποδεχτεί την πραγματικότητα του χωρισμού, ενδέχεται όμως να πυροδοτείται και από παρόμοιες φαντασιώσεις των γονέων, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα στάδια της διαδικασίας του διαζυγίου. Η δυσκολία του γονέα που δεν επιθυμούσε το διαζύγιο να συμβιβαστεί με την απόφαση του/της συζύγου για λύση του γάμου συχνά δεν επιτρέπει στα παιδιά να απαγκιστρωθούν από την εικόνα μιας άθικτης και ενωμένης οικογένειας. Τα συναισθήματα ενοχής και υπευθυνότητας για το διαζύγιο των γονέων, αλλά και νέα ερεθίσματα, όπως η μετακίνηση σε ένα νέο τόπο κατοικίας ή η αλλαγή σχολείου, μπορεί να επανενεργοποιήσουν και να ενισχύσουν τη διατήρηση των φαντασιώσεων επανασύνδεσης των γονέων (Hodges, 1986).

β. Φόβος εγκατάλειψης

Το διαζύγιο μπορεί να κλονίσει τα θεμέλια των βασικών αντιλήψεων του παιδιού για τον κόσμο και να του δημιουργήσει φόβους ότι οι γονείς μπορεί να το εγκαταλείψουν ή να σταματήσουν να το αγαπούν. Ο φόβος εγκατάλειψης οδηγεί μερικά παιδιά στην προσπάθεια να συμπεριφέρονται «καλά», προκειμένου να μη «χάσουν» την αγάπη και τη φροντίδα των γονέων τους. Καθώς όμως είναι δύσκολο για ένα μικρό παιδί να κρατήσει έναν τέτοιο έλεγχο για πολύ καιρό, μπορεί να προκύψουν προσβολές πανικού εν αναμονή μιας πιθανής απόρριψης. Άλλα παιδιά πανικοβάλλονται τόσο πολύ από μια φανταστική τους απόρριψη από τους γονείς, που υιοθετούν μια «κακή» συμπεριφορά για να απορριφθούν μια ώρα αρχύτερα. Εν ολίγοις, μια υπερβολικά κακή συμπεριφορά ή μια ασυνήθιστα συνεργατική συμπεριφορά έπειτα από ένα διαζύγιο μπορεί να κρύβει φόβους εγκατάλειψης (Hodges, 1986).

Σύμφωνα με τους Doyle, Sandler, Tein και Wolchik (2002), ο φόβος εγκατάλειψης αποτελεί ισχυρό προβλεπτικό δείκτη των προβλημάτων προσαρμογής των παιδιών, ανεξάρτητα από την ηλικία ή το φύλο τους. Αναλυτικότερα, τα αποτελέσματα της έρευνάς τους σε 216 παιδιά ηλικίας 8 έως 12 ετών, έδειξαν ιδιαίτερα υψηλή συσχέτιση του φόβου εγκατάλειψης με εσωτερικευμένα προβλήματα προσαρμογής (άγχος, κατάθλιψη και προβλήματα στις κοινωνικές σχέσεις) και χαμηλότερη αλλά σταθερή συσχέτιση με εξωτερικευμένα προβλήματα προσαρμογής (παραβατική συμπεριφορά, επιθετικότητα, έλλειψη αυτορρυθμιστικών δεξιοτήτων, χαμηλή κοινωνική υπευθυνότητα και μειωμένη γνωστική επάρκεια).

γ. Αίσθημα προσωπικής ευθύνης

Πολύ συχνά τα παιδιά νιώθουν ότι φέρουν προσωπική ευθύνη για το διαζύγιο των γονέων τους. Τα συναισθήματα ενοχής και αυτομομφής γίνονται ακόμα πιο έντονα όταν τα παιδιά είχαν εμπλακεί με κάποιο τρόπο στη συζυγικές διαμάχες και συγκρούσεις που οδήγησαν τους γονείς στην απόφαση του διαζυγίου (Worden, 1996). Οι Healy, Stewart και Copeland (1993) διερεύνησαν τη συχνότητα και τις επιπτώσεις αυτών των συναισθημάτων στην προσαρμογή εκατό παιδιών σχολικής ηλικίας (6 έως 12 ετών) τους πρώτους δεκαοκτώ μήνες μετά το χωρισμό των γονέων. Έξι μήνες μετά το διαζύγιο, το αίσθημα της προσωπικής ευθύνης ήταν υπαρκτό για το ένα τρίτο των παιδιών του δείγματος. Με την πάροδο, ωστόσο, ενός χρόνου το ποσοστό έπεσε στο 20%. Τα παιδιά που ανέφεραν τέτοιου είδους συναισθήματα είχαν χαμηλότερη αίσθηση αυτοαποτελεσματικότητας και παρουσίασαν περισσότερα ψυχολογικά συμπτώματα και προβλήματα στη συμπεριφορά τους.

δ. Προβλήματα στην ταύτιση με το ρόλο του φύλου

Το διαζύγιο έχει, επίσης, συνδεθεί με ένα φάσμα αρνητικών επιπτώσεων στη διαδικασία ταύτισης του παιδιού με τα χαρακτηριστικά, τις ιδιότητες και το ρόλο του φύλου του. Σε παλαιότερες έρευνες είχε υποστηριχθεί ότι η απουσία του πατέρα και η ζωή στα πλαίσια μιας μονογονεϊκής οικογένειας με κεφαλή τη μητέρα επηρεάζει καταλυτικά τη διαμόρφωση της σεξουαλικής ταυτότητας κυρίως των αγοριών (Lohr & Chethic, 1989). Η ψυχαναλυτική θεωρία δίνει μεγάλη βαρύτητα στην επίλυση του οιδιποδείου συμπλέγματος και στην ομαλή μετέπειτα ταύτιση με το γονέα του ίδιου φύλου, κατά τη διάρκεια της προσχολικής ηλικίας (Hodges, 1986). Η συνειδητή ή ασυνείδητη επιθυμία της μητέρας να μην ενσωματώσει ο γιος της τα χαρακτηριστικά ενός πατέρα, για τον οποίο η ίδια τρέφει εχθρικά και επιθετικά συναισθήματα, είναι πιθανόν να περιπλέξει τη θετική ταύτιση του παιδιού με τον απόντα πατέρα (Lohr & Chethic, 1989).

Ευρήματα νεότερων ερευνών, ωστόσο, καταδεικνύουν τη σημασία της παρουσίας του πατέρα για τη διαμόρφωση μιας υγιούς αίσθησης θηλυκότητας στα κορίτσια (Kalter, Riemer, Brickman, & Chen, 1985). Τόσο για τα αγόρια όσο και για τα κορίτσια, προβλήματα στη διαδικασία της ταύτισης με το ρόλο του φύλου τους προκύπτουν όσο πιο περιορισμένη είναι η επαφή και με τους δύο γονείς, ανεξαρτήτως φύλου. Όμως, ακόμα και όταν η επαφή με τον απόντα γονέα είναι αρκετά συχνή, το παιδί στερείται της καθημερινής ευκαιρίας να επιβεβαιώσει τις υπάρχουσες ταυτίσεις μαζί του (Lohr & Chethic, 1989).

ε.Προβλήματα προσαρμογής

Τα προβλήματα στην προσαρμογή των παιδιών εκδηλώνονται στο μεγαλύτερο ποσοστό τους με τη μορφή εξωτερικευμένων διαταραχών: επιθετικότητα, παραβατική-αντικοινωνική συμπεριφορά, έλλειψη αυτορρυθμιστικών δεξιοτήτων, χαμηλή κοινωνική υπευθυνότητα, μειωμένη γνωστική επάρκεια και πτώση της σχολικής επίδοσης. Σε μικρότερο βαθμό, το διαζύγιο σχετίζεται και με εσωτερικευμένες μορφές διαταραχών: άγχος, κατάθλιψη και δυσκολία στις κοινωνικές σχέσεις. Επίσης, συχνά παρουσιάζονται προβλήματα στη σχέση με τους γονείς, τα αδέλφια, τους συνομηλίκους και τους δασκάλους (Amato, 2001, 2000. Kelly, 2000. Hetherington & Stanley-Hagan, 1999).

Ακόμα και τα παιδιά που στο πρώτο διάστημα μετά το χωρισμό τα καταφέρνουν αρκετά καλά να προσαρμοστούν στο διαζύγιο των γονέων, μπορεί στην πορεία να εμφανίσουν προβλήματα καθώς έρχονται αντιμέτωπα με νέες προκλήσεις και αναπτυξιακά επιτεύγματα. Κάποια από τα προβλήματα που εμφανίζονται στην παιδική ηλικία διατηρούνται και στην εφηβεία. Ωστόσο, η μετάβαση στην εφηβεία μπορεί να αφυπνίσει δυσκολίες και να προκαλέσει προβλήματα ακόμα και στα παιδιά που έμοιαζε να λειτουργούν με επάρκεια, λόγω των αναπτυξιακών απαιτήσεων της συγκεκριμένης ηλικιακής περιόδου (Amato, 1999). Για τα περισσότερα παιδιά τα προβλήματα μειώνονται με την πάροδο του χρόνου, αλλά κατά μέσο όρο τα παιδιά χωρισμένων γονέων είναι λιγότερο καλά προσαρμοσμένα κοινωνικά, συναισθηματικά και ακαδημαϊκά από τα παιδιά που οι γονείς τους δεν έχουν χωρίσει (Hetherington & Stanley-Hagan, 1999. Amato & Keith, 1991a).

4. Επιπτώσεις του διαζυγίου και αναπτυξιακά στάδια

Όπως έχει ήδη ειπωθεί, η επίδραση του διαζυγίου στα παιδιά και η μετέπειτα προσαρμογή τους εξαρτάται από ποικίλους ψυχοκοικοινωνικούς, οικογενειακούς, οικονομικούς και ατομικούς παράγοντες που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Ωστόσο, για τις άμεσες και τις βραχυπρόθεσμες (2 χρόνια μετά) επιπτώσεις του διαζυγίου ιδιαίτερα καθοριστικός είναι ο ρόλος της ηλικίας και του αντίστοιχου σταδίου ανάπτυξης των παιδιών (Χατζηχρήστου, 1999).

4.1. Βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις

Τα πολύ μικρά παιδιά (ηλικίας 0-3 ετών)

Ένα από τα βασικά αναπτυξιακά επιτεύγματα της βρεφικής και της νηπιακής ηλικίας είναι η διαμόρφωση ασφαλών συναισθηματικών δεσμών με τα πρωταρχικά πρόσωπα φροντίδας, τους γονείς. Τα βρέφη και τα νήπια με ασφαλή συναισθηματικό δεσμό προσεγγίζουν τον εξωτερικό κόσμο με εμπιστοσύνη και σιγουριά, καθώς αισθάνονται ότι η μητέρα τους θα είναι διαθέσιμη όταν εκείνα θα τη χρειαστούν. Αντίθετα, τα βρέφη με ανασφαλή συναισθηματικό δεσμό βιώνουν έντονα συναισθήματα άγχους, φόβου, θλίψης ή θυμού όταν χάνουν τη μητέρα από το οπτικό τους πεδίο και δυσκολεύονται να επανασυνδεθούν μαζί της όταν εκείνη επιστρέφει (Μόττη-Στεφανίδη, 1997). Μακροπρόθεσμα, δε, τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν δυσκολίες στις κοινωνικές τους σχέσεις και χαμηλότερη αυτοεκτίμηση (Leon, 2003).

Δεν υπάρχουν επαρκείς συστηματικές μελέτες για τις επιπτώσεις του διαζυγίου στα βρέφη και τα νήπια κάτω των τριών ετών (Σταύρου & Χριστογιώργος, 2001). Ωστόσο, αρκετοί ερευνητές υποθέτουν ότι τα βιώματα αποχωρισμού σ’ αυτή την ηλικία και η συναισθηματική φόρτιση της μητέρας κατά τη διαδικασία προσαρμογής στη στρεσογόνο συνθήκη του διαζυγίου, είναι δυνατό να επηρεάσουν την ποιότητα της σχέσης του μικρού παιδιού με τους γονείς του και να οδηγήσουν στη διαμόρφωση ανασφαλών συναισθηματικών δεσμών (Nair & Murray, 2005. Clarke-Stewart, Vandell, McCartney, Owen, & Booth, 2000).

Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας (3-6 ετών)

Τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στις άμεσες και βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις του διαζυγίου, εκδηλώνουν πιο έντονα και γενικευμένα προβλήματα στην προσαρμογή τους (Χατζηχρήστου, 1999. Wallerstein & Kelly, 1996) και είναι τρεις φορές πιθανότερο να παραπεμφθούν σε ψυχολογικές υπηρεσίες για παροχή βοήθειας σε σύγκριση με τα μεγαλύτερα παιδιά (Hodges, 1986). Οι φυσιολογικοί γνωστικοί περιορισμοί αυτής της ηλικίας, σε συνδυασμό με την έλλειψη πληροφόρησης από τους γονείς (Kelly & Emery, 2003), μπορεί να οδηγήσουν τα μικρά παιδιά σε λανθασμένες αντιλήψεις για τις αιτίες του διαζυγίου, με αποτέλεσμα συχνά να θεωρούν ότι φέρουν προσωπική ευθύνη για το χωρισμό των γονέων και να βιώνουν έντονα συναισθήματα άγχους και φόβο εγκατάλειψης (Leon, 2003. Σταύρου & Χριστογιώργος, 2001).

Ο φόβος, το άγχος, η θλίψη και ο θυμός των παιδιών της προσχολικής ηλικίας εκδηλώνεται με ποικίλες συναισθηματικές αντιδράσεις και αλλαγές στη συμπεριφορά, όπως διαταραχές στον ύπνο (εφιάλτες) και στην πρόσληψη τροφής, παλινδρόμηση στον έλεγχο των σφιγκτήρων (ενούρηση, εγκόπριση), αυξημένες αυτοερωτικές δραστηριότητες, σύγχυση, ενοχές, συναισθηματική εξάρτηση, εριστικότητα και επιθετικότητα στη σχέση με τους γονείς, τα αδέλφια ή τους συνομηλίκους (Χατζηχρήστου, 1999).

Τα παιδιά σχολικής ηλικίας (6-12 ετών)

Τα παιδιά σχολικής ηλικίας μπορούν να καταλάβουν την έννοια του «για πάντα» (Hodges, 1986) και πενθούν ανοιχτά για το χωρισμό των γονέων. Συχνά βιώνουν το διαζύγιο ως προσωπική απόρριψη και εκφράζουν την τραυματική φαντασίωση ότι ο γονέας που φεύγει θα τα αντικαταστήσει με ένα ζώο, μια άλλη μαμά, ένα καινούριο μικρό παιδί. Όπως και τα μικρότερα παιδιά, σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να θεωρήσουν ότι το διαζύγιο οφείλεται σε κάποιο δικό τους σφάλμα, ιδιαίτερα όταν οι συγκρούσεις των γονέων επικεντρώνονται σε θέματα που αφορούν τα ίδια, ενώ συχνές είναι και οι φαντασιώσεις επανασύνδεσης των γονέων. Οι προσπάθειες, δε, των παιδιών προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να πάρουν τη μορφή ακραίων μορφών συμπεριφοράς π.χ. κλοπή ή ψέματα (Σταύρου & Χριστογιώργος, 2001). Στις βραχύχρονες επιπτώσεις του διαζυγίου στα παιδιά σχολικής ηλικίας, επιπλέον, συγκαταλέγονται ο θυμός, η επιθετικότητα. η πτώση της σχολικής επίδοσης, οι δυσκολίες στις κοινωνικές σχέσεις (Χατζηχρήστου, 1999) και η παρουσία σωματικών συμπτωμάτων (κοιλιακά άλγη, κεφαλαλγίες κ.α.) ως έκφραση άγχους ή και κατάθλιψης (Σταύρου & Χριστογιώργος, 2001).

Τα παιδιά της πρώτης σχολικής ηλικίας (6 έως 9 ετών) προσπαθούν να μείνουν «αφοσιωμένα» και στους δυο γονείς για να διασφαλίσουν την αγάπη τους, ενώ τα μεγαλύτερα παιδιά θεωρούν τη «συμμαχία» τους με τον ένα γονέα (συνήθως το γονέα που έχει την επιμέλεια) πηγή υποστήριξης και σταθερότητας (Χατζηχρήστου, 1999. Wallerstein & Kelly, 1996). Τέτοιου είδους «συμμαχίες» μπορεί να οδηγήσουν στη «γονεοποίηση» των παιδιών και στην ανάληψη υπερβολικών για την ηλικία τους ευθυνών. Τα παιδιά, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, γίνονται γονείς του γονέα που θεωρούν αδύναμο, αναλαμβάνοντας να τον στηρίξουν και να τον ανακουφίσουν (Hodges, 1986). Έτσι, όμως, καταναλώνουν αρκετή ενέργεια και αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στα αναπτυξιακές απαιτήσεις της ηλικίας τους (Σταύρου & Χριστογιώργος, 2001).

Τα παιδιά εφηβικής ηλικίας (12-18 ετών)

Η εφηβεία είναι μια περίοδος μεγάλων και ταχύτατων αλλαγών σε όλους τους βασικούς τομείς της ανάπτυξης, το βιοσωματικό, το γνωστικό, το συναισθηματικό και τον κοινωνικό (Μόττη-Στεφανίδη, 1997). Τα παιδιά αυτής της ηλικίας, αν και διαθέτουν τα απαραίτητα γνωστικά εφόδια για να κατανοήσουν τους λόγους που οδήγησαν τους γονείς τους στο διαζύγιο, συχνά βιώνουν το γεγονός του χωρισμού ως μια ιδιαίτερα επώδυνη και στρεσογόνο εμπειρία, καθώς χρειάζεται να προσαρμοστούν τόσο στις αλλαγές που τους συμβαίνουν όσο και στις επιπρόσθετες αλλαγές που προκύπτουν λόγω του διαζυγίου (Χατζηχρήστου, 1999).

Η έντονη ανάγκη των εφήβων για ανεξαρτησία και αυτονομία απαιτεί την ύπαρξη μιας ασφαλούς και σταθερής οικογενειακής βάσης (Σταύρου & Χριστογιώργος, 2001). Όταν αυτή καταρρέει, μπορεί να εκδηλωθούν προβλήματα στην προσαρμογή των εφήβων, όπως δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις, στη διαμόρφωση ταυτότητας και στην επίτευξη της αυτονομίας, έντονη θλίψη και συναισθήματα ντροπής ή αμηχανίας, επιθετικές μορφές συμπεριφοράς στο σπίτι και στο σχολείο, συμπτώματα κατάθλιψης και σωματικά ενοχλήματα, παραβατική-αντικοινωνική συμπεριφορά, πτώση της σχολικής επίδοσης και αύξηση των απουσιών, δυσκολίες συγκέντρωσης, ανησυχία για το μέλλον (Χατζηχρήστου, 1999), έντονη σεξουαλική δραστηριότητα και χρήση αλκοόλ ή τοξικών ουσιών (Σταύρου & Χριστογιώργος, 2001). Επιπλέον, σε σύγκριση με τους εφήβους μη χωρισμένων γονέων, οι έφηβοι χωρισμένων γονέων είναι δύο με τρεις φορές πιθανότερο να εγκαταλείψουν το σχολείο, να έχουν ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, να σχετίζονται με περιθωριακές ομάδες συνομηλίκων ή να παραπεμφθούν σε ψυχολογικές υπηρεσίες για παροχή βοήθειας (Amato, 1999. Amato & Keith, 1991b).

4.2. Μακροπρόθεσμες επιπτώσεις

Παρά τις δυσκολίες στην αντιμετώπιση του στρες που προκαλεί ο χωρισμός των γονέων, με την πάροδο του χρόνου τα περισσότερα παιδιά κατορθώνουν να προσαρμοστούν στη νέα κατάσταση (Kelly & Emery, 2003. Hetherington & Stanley-Hagan, 1999) και οι έντονες συναισθηματικές τους αντιδράσεις μειώνονται σημαντικά σε διάστημα δύο περίπου χρόνων μετά το διαζύγιο (Χατζηχρήστου, 1999). Αναλυτικότερα, το 75 με 80% των παιδιών και των εφήβων δεν παρουσιάζουν μακροπρόθεσμα ιδιαίτερα προβλήματα προσαρμογής (Kelly & Emery, 2003) και εξελίσσονται σε επαρκείς και καλά προσαρμοσμένους ενήλικες (Hetherington, 1999. Amato, 1999. McLanahan, 1999. Chase-Lansdale, Cherlin, & Kiernan, 1995).

Το διαζύγιο, όμως, συχνά συνοδεύεται από επιπρόσθετους στρεσογόνους παράγοντες, όπως οικονομικές δυσκολίες, συζυγικές συγκρούσεις, απουσία του ενός γονέα, αλλαγή κατοικίας και σχολείου, δεύτερος γάμος των γονέων κ.α. (Amato, 2000), που θέτουν σε κίνδυνο την προσαρμογή των παιδιών. Τα προβλήματα προσαρμογής στην παιδική και την εφηβική ηλικία, στην πορεία της ζωής μπορεί να επηρεάσουν τόσο τα επίπεδα επίτευξης στον επαγγελματικό τομέα όσο και την ποιότητα των στενών διαπροσωπικών σχέσεων. Οι νεαροί ενήλικες που έχουν βιώσει το διαζύγιο των γονέων τους είναι πιθανότερο, συγκριτικά με τους συνομηλίκους τους μη χωρισμένων γονέων, να μην έχουν φοιτήσει σε ανώτατες ή ανώτερες σχολές, να είναι άνεργοι ή να έχουν μειωμένα εισοδήματα. Επιπλέον, ενδέχεται να έχουν προβλήματα με τους γονείς και τα αδέλφια τους, καθώς και να δυσκολεύονται να δημιουργήσουν και να διατηρήσουν στενές διαπροσωπικές σχέσεις, συμπεριλαμβάνοντας και τις συζυγικές σχέσεις (Amato, 1999. McLanahan, 1999).

Κλείνοντας την ενότητα για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις του διαζυγίου, χρειάζεται, τέλος, να αναφερθεί ότι για τους περισσότερους ενήλικες, ανεξάρτητα από το επίπεδο προσαρμογής τους, ο χωρισμός των γονέων αποτελεί μια επώδυνη και δυσάρεστη ανάμνηση (Kelly & Emery, 2003). Αρκετοί, μάλιστα, διαμορφώνουν μια αρνητική στάση απέναντι στο γάμο (Σταύρου & Χριστογιώργος, 2001) και εκφράζουν φόβους ότι θα επαναλάβουν τα λάθη των γονέων τους και στις δικές τους σχέσεις (Lohr & Chethic, 1989).

5. Ο δεύτερος γάμος των γονέων

Το διαζύγιο συνήθως αποτελεί μια προσωρινή κατάσταση στη ζωή των παιδιών, καθώς το 65% των γυναικών και το 75% των ανδρών ξαναπαντρεύεται (Cherlin & Furstenberg, 1994), ενώ αρκετά υψηλό είναι και το ποσοστό των ατόμων που συζεί με ένα νέο σύντροφο χωρίς γάμο (Kelly & Emery, 2003. Hetherington & Stanley-Hagan, 1999). Ο δεύτερος γάμος των γονέων, ιδιαίτερα όταν συμβεί σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά το διαζύγιο, μπορεί να αποτελέσει για τα παιδιά μια εξίσου στρεσογόνο και επώδυνη εμπειρία όσο και το γεγονός του χωρισμού των γονέων (Kelly & Emery, 2003).

Ευρήματα ερευνών καταδεικνύουν, ότι οι επιπτώσεις του διαζυγίου στην προσαρμογή των παιδιών δεν μειώνονται με το δεύτερο γάμο των γονέων, παρά τη σημαντική βελτίωση των οικονομικών συνθηκών με την προσθήκη ενός επιπλέον εισοδήματος στην οικογένεια (Cherlin & Furstenberg, 1994). Αντίθετα, η είσοδος ενός νέου συντρόφου στο οικογενειακό σύστημα συχνά επαναδραστηριοποιεί φόβους εγκατάλειψης, απώλειας ή απόρριψης (Σταύρου & Χριστογιώργος, 2001) και βάζει ένα οδυνηρό τέλος στις φαντασιώσεις επανασύνδεσης των γονέων (Robinson, 1993).Τα προβλήματα προσαρμογής που ενδέχεται να εκδηλωθούν δεν διαφέρουν από τα προβλήματα προσαρμογής που παρουσιάζουν τα παιδιά χωρισμένων γονέων, αν και σε ένα μικρό ποσοστό ερευνών γίνεται λόγος για βελτίωση των διαπροσωπικών σχέσεων και λιγότερα συμπτώματα κατάθλιψης (Amato, 2000).

Η προσαρμογή των παιδιών στους δεύτερους γάμους των γονέων, όπως και στην περίπτωση του διαζυγίου, εξαρτάται από ποικίλους ψυχοκοικοινωνικούς, οικογενειακούς και ατομικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η θετική σχέση των παιδιών τόσο με το γονέα που δεν έχει την επιμέλεια όσο και με το νέο σύζυγο της μητέρας ή του πατέρα (King, 2006. Dunn, 2002). Τα μικρότερα παιδιά, συγκριτικά με τα παιδιά της δεύτερης σχολικής ηλικίας (9 έως 12 ετών) και τους εφήβους, δημιουργούν πιο εύκολα σχέσεις με τους νέους συντρόφους των γονέων και παρουσιάζουν λιγότερα προβλήματα προσαρμογής. Ως προς το φύλο, τα ευρήματα των ερευνών είναι αντικρουόμενα, αν και σε αρκετές περιπτώσεις αναφέρονται μεγαλύτερες δυσκολίες των κοριτσιών να αποδεχτούν τους νέους συζύγους των μητέρων τους (Robinson, 1993).

6. Η ποιότητα της επικοινωνίας των γονέων: ο ρόλος και η επίδραση των μεταξύ τους συγκρούσεων

Ένας παράγοντας που επηρεάζει καταλυτικά την προσαρμογή των παιδιών, είναι η ποιότητα της επικοινωνίας των γονέων και, ειδικότερα, η συχνότητα, η ένταση και ο τρόπος επίλυσης των μεταξύ τους συγκρούσεων (Grych, 2005. Kelly & Emery, 2003. Kelly, 2000). Ευρήματα ερευνών καταδεικνύουν ότι οι συχνές και έντονες συγκρούσεις μεταξύ των γονέων κλονίζουν τη συνολική λειτουργία της οικογένειας, καθώς σχετίζονται με την εκδήλωση αυξημένης επιθετικότητας στα πλαίσια της σχέσης τους και με τα παιδιά τους, αλλά και με γονεϊκές συμπεριφορές που εκφράζουν ψυχρότητα, θυμό ή ακόμα και απόρριψη (Stocker, Richmond, Low, Alexander, & Elias, 2001. Kelly, 2000. Nomura, Noguchi, Saito, & Tezuka, 1995).

Σύμφωνα, δε, με τους Howes και Markman (1989), όταν η σχέση των γονέων είναι έντονα συγκρουσιακή, τα παιδιά αδυνατούν να διαμορφώσουν συναισθηματικούς δεσμούς μαζί τους που να χαρακτηρίζονται από σταθερότητα και ασφάλεια, γεγονός που αναπόφευκτα διαταράσσει και την ποιότητα της μεταξύ τους σχέσης. Επιπλέον, τα παιδιά και οι έφηβοι συχνά υιοθετούν τους τρόπους επίλυσης συγκρούσεων που χρησιμοποιούν οι γονείς όταν έρχονται σε αντιπαράθεση, διαιωνίζοντας έτσι το φαύλο κύκλο της μη θετικής επικοινωνίας, της επιθετικότητας και του θυμού και στις άλλες μορφές σχέσεων που δημιουργούν (Reese-Weber, 2000. Reese-Weber & Bartle-Haring, 1998).

Τα παιδιά που ζουν σε οικογένειες με πολλές συγκρούσεις εμφανίζουν παρόμοια προβλήματα προσαρμογής με τα παιδιά χωρισμένων γονέων (Kelly, 2000. Hetherington, 1999). Η επίδραση, όμως, των συζυγικών συγκρούσεων στην προσαρμογή των παιδιών, όπως προέκυψε από τη μετα-ανάλυση 68 ερευνών (Buehler, Anthony, Krishnamkmar, Stone, Gerard, & Pemberton, 1997), είναι δύο φορές μεγαλύτερη σε σύγκριση με την αντίστοιχη επίδραση του διαζυγίου. Πιο συγκεκριμένα, οι συζυγικές συγκρούσεις μπορεί να επηρεάσουν άμεσα ή έμμεσα την προσαρμογή των παιδιών (Grych, 2005. Kelly, 2000):

Άμεσες επιπτώσεις: α. Εκμάθηση, μέσω της μίμησης της συμπεριφοράς των γονέων, δυσπροσαρμοστικών τρόπων επίλυσης συγκρούσεων. β. Απουσία κατάλληλων κοινωνικών δεξιοτήτων. γ. Αρνητικά συναισθήματα, επιθετικότητα, θυμός και έλλειψη σεβασμού απέναντι στους γονείς. δ. Απομάκρυνση από τους γονείς και στροφή προς τους συνομηλίκους για υποστήριξη κ.α. (Pagani, Tremblay, Nagin, Zoccolillo, Vitaro, & McDuff, 2004. Canary, Cupach, & Messman, 1995).

Έμμεσες επιπτώσεις: α. Εσωτερικευμένα προβλήματα, όπως χαμηλή αυτοεκτίμηση, απαισιοδοξία, φόβος απόρριψης, μειωμένη ψυχολογική ευεξία, συμπτώματα κατάθλιψης, πιθανές απόπειρες αυτοκτονίας, κοινωνική απόσυρση κ.α. β. Εξωτερικευμένα προβλήματα, όπως αντικοινωνική-παραβατική συμπεριφορά, κατάχρηση αλκοόλ, χρήση ουσιών, φυγή από το σπίτι κ.α. (Formoso, Gonzales, & Aiken, 2000. Canary et al., 1995).

Ωστόσο, το μέγεθος της επίδρασης των συζυγικών συγκρούσεων στην προσαρμογή των παιδιών εξαρτάται από τη συχνότητα, την ένταση, αλλά και το είδος των μεταξύ τους συγκρούσεων (Grych, 2005. Stocker, Richmond, Low, Alexander, & Elias, 2001. Kelly, 2000). Οι πιο επιβλαβείς για το παιδί συγκρούσεις, είναι εκείνες που εκτυλίσσονται μπροστά του, ιδιαίτερα όταν συνοδεύονται από την ύπαρξη σωματικής βίας, καθώς και οι συγκρούσεις για τις οποίες το παιδί νιώθει ότι είναι το ίδιο η αφορμή (Hetherington & Stanley-Hagan, 1999. Davies & Cummings, 1994).

Εν κατακλείδι, οι επιπτώσεις των συζυγικών συγκρούσεων τείνουν να είναι περισσότερο αρνητικές όταν συνδυάζονται με ένα οικογενειακό περιβάλλον, στο οποίο κυριαρχεί η έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας και η επιθετικότητα. Στην περίπτωση, δε, που οι γονείς αντιμετωπίζουν οι ίδιοι σοβαρά προβλήματα όπως κατάχρηση αλκοόλ, κατάθλιψη ή αντικοινωνική συμπεριφορά, η κατάσταση χειροτερεύει δραματικά, με εξαιρετικά σημαντικές επιπτώσεις για την ψυχοκοινωνική προσαρμογή των παιδιών και των εφήβων (Marmorstein & Iacono, 2004. Kane & Garber, 2004. Loukas, Fitzgerald, Zucker, & von Eye, 2001. El-Sheikh & Flanagan, 2001).

7. Πρέπει οι γονείς να μη χωρίσουν για τα παιδιά;

Ένα από τα πιο συχνά ερωτήματα που απασχολεί του γονείς είναι αν χρειάζεται να μη χωρίσουν για χάρη των παιδιών τους. Δύο είδη ερευνών έχουν αποπειραθεί να δώσουν απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα: έρευνες που μελετούν την επίδραση των συζυγικών συγκρούσεων στην προσαρμογή των παιδιών και έρευνες σχετικά με την προσαρμογή των παιδιών πριν από το διαζύγιο των γονέων τους (Hetherington & Stanley-Hagan, 1999).

Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρώτου είδους ερευνών, τα παιδιά που ζουν σε οικογένειες με πολλές συγκρούσεις εμφανίζουν παρόμοια προβλήματα προσαρμογής με τα παιδιά χωρισμένων γονέων, με πιο συνηθισμένα τα εξωτερικευμένα προβλήματα προσαρμογής (Kelly, 2000. Hetherington, 1999). Το μέγεθος, δε, της επίδρασης των συζυγικών συγκρούσεων στην προσαρμογή των παιδιών, είναι δύο φορές μεγαλύτερο συγκριτικά με την αντίστοιχη επίδραση του διαζυγίου (Buehler, Anthony, Krishnamkmar, Stone, Gerard, & Pemberton, 1997).

Ως προς το δεύτερο είδος ερευνών, αρκετοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα παιδιά που οι γονείς τους στην πορεία χωρίζουν, έχουν ήδη εκδηλώσει κάποια προβλήματα στην προσαρμογή τους πολλά χρόνια πριν από το διαζύγιο (Hetherington, 1999. Amato & Keith, 1991). Τα προβλήματα αυτά είναι παρόμοια με τα προβλήματα προσαρμογής που εκδηλώνουν τα παιδιά χωρισμένων γονέων και είναι ορατά τέσσερα με δώδεκα χρόνια πριν από το διαζύγιο των γονέων (Kelly, 2000. Cherlin, Furstenberg, Chase-Lansdale, Kiernan, Robins, Morrison, & Teitler, 1991).

Τα ευρήματα αυτών των ερευνών οδήγησαν πολλούς ερευνητές στο συμπέρασμα ότι πολλές από τις αρνητικές επιπτώσεις του διαζυγίου μπορεί να οφείλονται στην ύπαρξη συζυγικών συγκρούσεων και ότι είναι καλύτερο οι γονείς να χωρίζουν παρά να μένουν σε ένα δύσκολο και στρεσογόνο γάμο. Αυτό, ωστόσο, το συμπέρασμα προϋποθέτει την ύπαρξη δύο βασικών συνθηκών: πρώτον, ότι το επίπεδο συγκρούσεων στα ζευγάρια που χωρίζουν είναι ιδιαίτερα υψηλό και δεύτερον, ότι οι συγκρούσεις μειώνονται μετά το διαζύγιο (Hetherington & Stanley-Hagan, 1999). Πρόσφατες έρευνες που διερεύνησαν το επίπεδο συγκρούσεων και τα προβλήματα προσαρμογής των παιδιών σε τρεις ομάδες οικογενειών (γονείς χωρίς διαζύγιο με χαμηλό επίπεδο συγκρούσεων, γονείς χωρίς διαζύγιο με υψηλό επίπεδο συγκρούσεων και διαζευγμένοι γονείς), δεν επιβεβαιώνουν την ύπαρξη αυτών των συνθηκών. Πιο συγκεκριμένα, βρέθηκε ότι οι συγκρούσεις και τα προβλήματα προσαρμογής στις διαζευγμένες οικογένειες βρίσκονται σε ενδιάμεσο επίπεδο μεταξύ των δύο άλλων ομάδων. Επιπλέον, οι συγκρούσεις αυξάνονται τα πρώτα χρόνια μετά το διαζύγιο, καθώς οι πρώην σύζυγοι διαπραγματεύονται οικονομικά ζητήματα, την επιμέλεια των παιδιών και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους ως γονείς (Hetherington & Stanley-Hagan, 1999. Hetherington, 1999).

Αμέσως μετά το διαζύγιο, τα παιδιά εμφανίζουν περισσότερα προβλήματα προσαρμογής σε σύγκριση τόσο με τα παιδιά μη χωρισμένων γονέων με χαμηλό επίπεδο συγκρούσεων όσο και με τα παιδιά μη χωρισμένων γονέων με υψηλό επίπεδο συγκρούσεων. Καθώς, όμως, τα παιδιά προσαρμόζονται στη συνθήκη του διαζυγίου τα προβλήματα μειώνονται και ακολούθως αλλάζουν και οι διαφορές μεταξύ των τριών ομάδων. Όταν το διαζύγιο, συνδέεται με υψηλά επίπεδα άγχους, συγκρούσεων και αντιξοότητας, τότε τα παιδιά και οι έφηβοι εμφανίζουν περισσότερα προβλήματα προσαρμογής από τα παιδιά μη χωρισμένων γονέων με υψηλό επίπεδο συγκρούσεων. Όταν, όμως, το διαζύγιο αποτελεί μια μετακίνηση προς πιο αρμονικές, λιγότερο στρεσογόνες καταστάσεις, τα προβλήματα προσαρμογής των παιδιών χωρισμένων γονέων είναι παρόμοια με των παιδιών μη χωρισμένων γονέων με χαμηλό επίπεδο συγκρούσεων. Επιπλέον, τα παιδιά αυτά εμφανίζουν υψηλότερο επίπεδο κοινωνικής υπευθυνότητας και γνωστικής επάρκειας, και χαμηλότερα ποσοστά εσωτερικευμένων ή εξωτερικευμένων προβλημάτων σε σύγκριση με τα παιδιά μη χωρισμένων γονέων με υψηλό επίπεδο συγκρούσεων (Hetherington, 1999).

Επιστρέφοντας στο αρχικό ερώτημα του αν οι γονείς πρέπει να μη χωρίσουν προς όφελος των παιδιών, φαίνεται ότι το υψηλό επίπεδο των συζυγικών συγκρούσεων βλάπτει περισσότερο τα παιδιά χωρισμένων, από τα παιδιά μη χωρισμένων γονέων. Η απουσία του ενός γονέα που πιθανώς να λειτουργούσε υποστηρικτικά πριν από το διαζύγιο, οι οικονομικές δυσκολίες και το αυξημένο ποσοστό στρεσογόνων γεγονότων ζωής στις μονογονεϊκές οικογένειες με κεφαλή τη μητέρα, αποτελούν αιτίες που μπορούν να ερμηνεύσουν ως ένα βαθμό αυτό το φαινόμενο. Συνεπώς, αν οι συγκρούσεις εξακολουθούν και μετά το διαζύγιο, είναι καλύτερο για τα παιδιά οι γονείς να μη χωρίσουν. Όταν, όμως, το διαζύγιο οδηγήσει σε πιο αρμονικές και λιγότερο στρεσογόνες καταστάσεις και σχέσεις, τότε μπορεί να αποτελέσει μια ευκαιρία για προσωπική ανάπτυξη και ευημερία τόσο για τα παιδιά όσο και για τους γονείς τους (Hetherington & Stanley-Hagan, 1999. Hetherington, 1999).

8. Θεωρητικές προσεγγίσεις των επιπτώσεων του διαζυγίου

Για την ερμηνεία των επιπτώσεων του διαζυγίου στα παιδιά και στους εφήβους έχουν χρησιμοποιηθεί ποικίλες θεωρητικές προσεγγίσεις και εννοιολογικά πλαίσια: η θεωρία της προσκόλλησης, η θεωρία της απόδοσης αιτιών, η συστημική θεωρία, η αναπτυξιακή θεωρία, η φεμινιστική θεωρία κ.α. (Amato, 2000). Ανασκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας της δεκαετίας του ’80 από τους Amato και Keith (1991a), είχε οδηγήσει στην ενοχοποίηση τριών κυρίως παραγόντων που επιδρούν βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα στην προσαρμογή των παιδιών: η απουσία του ενός γονέα, η δυσμενής μεταβολή της οικονομικής κατάστασης λόγω του διαζυγίου και το αυξημένο επίπεδο συγκρούσεων στην οικογένεια. Οι Hetherington, Bridges και Insabella (1998), επιπλέον, αναφέρθηκαν σε ατομικά χαρακτηριστικά που σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο και ευαλωτότητα στις επιπτώσεις του διαζυγίου (π.χ. ψυχοπαθολογία των γονέων, «δύσκολη» ιδιοσυγκρασία των παιδιών), καθώς και στην επιβαρημένη ψυχολογική κατάσταση των γονέων.

Ως προς κάποια ατομικά χαρακτηριστικά των παιδιών, όπως το φύλο και η ηλικία, σε παλαιότερες έρευνες, είχε υποστηριχθεί ότι τα πιο μικρά παιδιά επηρεάζονται περισσότερο από το διαζύγιο των γονέων από τα μεγαλύτερα παιδιά, καθώς δεν διαθέτουν τα απαραίτητα γνωστικά εφόδια για να κατανοήσουν τις αλλαγές που τους συμβαίνουν και έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε υποστηρικτικό δίκτυο εκτός της οικογένειας. Νεότερες έρευνες, όμως, βρίσκουν παρόμοιες επιδράσεις στην προσαρμογή των παιδιών, ανεξάρτητα από την ηλικία τους. Για το φύλο των παιδιών ισχύουν παρόμοια δεδομένα, με τις πιο πρόσφατες έρευνες να καταρρίπτουν το μύθο ότι το διαζύγιο επιδρά πιο αρνητικά στην προσαρμογή των αγοριών, ενώ ο δεύτερος γάμος των γονέων στην προσαρμογή των κοριτσιών (Hetherington & Stanley-Hagan, 1999).

Στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι παλαιότερες έρευνες εστιάζουν αποσπασματικά σε κάποιους παράγοντες ή στο συνδυασμό τους και αποτυγχάνουν να δώσουν μια απάντηση που να ερμηνεύει πλήρως τις επιπτώσεις του διαζυγίου στα παιδιά και στους εφήβους. Ο Amato, σε πρόσφατο άρθρο του (2000), επιχείρησε να συνθέσει τις υπάρχουσες θεωρητικές προσεγγίσεις, παρακινημένος από τη διαπίστωση ότι οι περισσότερες έρευνες της τελευταίας δεκαετίας υποθέτουν ότι το διαζύγιο αποτελεί μια ιδιαίτερα στρεσογόνο μεταβατική εμπειρία, στην οποία τόσο τα παιδιά όσο και οι ενήλικες καλούνται να προσαρμοστούν. Πρότεινε, λοιπόν μια γενικευμένη θεωρητική προσέγγιση, την προσέγγιση της προσαρμογής στο στρες του διαζυγίου (The Divorce- Stress-Adjustment Perspective).

Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, το διαζύγιο δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο και περιορισμένο στο χρόνο συμβάν, αλλά μια εξελικτική διαδικασία διάρκειας ετών (Kelly & Emery, 2003), που ξεκινά την περίοδο που οι γονείς είναι ακόμα μαζί και τελειώνει πολύ καιρό έπειτα από την οριστικοποίηση του διαζυγίου. Οι διαταραγμένες σχέσεις των γονέων πριν από το διαζύγιο οδηγούν στη βίωση μιας σειράς στρεσογόνων εμπειριών, όπως οι συζυγικές συγκρούσεις και η άρνηση του ενός γονέα να δεχτεί την επιθυμία του άλλου για χωρισμό. Τέτοιες στρεσογόνες εμπειρίες αυξάνουν τον κίνδυνο για την ύπαρξη προβλημάτων προσαρμογής τόσο στους ενήλικες όσο και στα παιδιά. Η σοβαρότητα και η διάρκεια των προβλημάτων προσαρμογής θα εξαρτηθούν από την αλληλεπίδραση μιας ποικιλίας παραγόντων επικινδυνότητας και προστατευτικών παραγόντων (Amato, 2000).

Μεταξύ των παραγόντων που παρεμποδίζουν την προσαρμογή των παιδιών και των εφήβων συγκαταλέγονται: η έλλειψη πληροφόρησης από τους γονείς για τις αιτίες που οδήγησαν στο διαζύγιο, το αυξημένο επίπεδο συγκρούσεων, η ασυνέπεια του γονέα που έχει την επιμέλεια στη διαπαιδαγώγηση και την επίβλεψη των παιδιών, η διαμόρφωση ανασφαλών συναισθηματικών δεσμών, η έλλειψη ανταπόκρισης ή ευαισθησίας στις αναπτυξιακές ανάγκες των παιδιών, η απώλεια σημαντικών σχέσεων, η απουσία του ενός γονέα και η έλλειψη επικοινωνίας μαζί του, η παρουσία προβλημάτων προσαρμογής πριν από το διαζύγιο, ο δεύτερος γάμος των γονέων, το αυξημένο ποσοστό στρεσογόνων γεγονότων ζωής στα πλαίσια μιας μονογονεϊκής οικογένειας, η έλλειψη υποστηρικτικού δικτύου, οι οικονομικές δυσκολίες, η επιβαρημένη ψυχολογική κατάσταση των γονέων κ.α. (Grych, 2005. Nair & Murray, 2005. Kelly & Emery, 2003. Amato, 2001, 2000. Kelly, 2000. Hetherington & Stanley-Hagan, 1999).

Οι παράγοντες που δρουν προστατευτικά για την ψυχική υγεία των παιδιών και των εφήβων έπειτα από ένα διαζύγιο μπορεί να αφορούν: α. δεξιότητες και χαρακτηριστικά του ίδιου του παιδιού, όπως εύκολη ιδιοσυγκρασία, προσδοκίες αυτοαποτελεσματικότητας, φυσιολογικό επίπεδο νοητικής λειτουργίας, απουσία προβλημάτων προσαρμογής πριν από το διαζύγιο, αίσθηση του χιούμορ κ.α., β. χαρακτηριστικά των γονέων, όπως μειωμένο επίπεδο συγκρούσεων, ψυχική υγεία και ισορροπία των γονέων πριν και μετά το διαζύγιο, ικανότητα να καλύπτουν τις συναισθηματικές ανάγκες των παιδιών, συχνή επικοινωνία του γονέα που δεν έχει την επιμέλεια με τα παιδιά, κοινή στάση των γονέων ως προς την ανατροφή, τη διαπαιδαγώγηση και την επίβλεψη των παιδιών κ.α., και γ. χαρακτηριστικά του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος, όπως ύπαρξη κοινωνικού υποστηρικτικού δικτύου, κρατικές υπηρεσίες για την παροχή οικονομικής και ψυχολογικής βοήθειας στους διαζευγμένους γονείς και στα παιδιά τους κ.α. (Breivik & Olweus, 2006. Kelly & Emery, 2003. Leon, 2003. Amato, 2000. Hetherington & Stanley-Hagan, 1999. Χατζηχρήστου, 1999).

Η επιτυχής προσαρμογή στη στρεσογόνο συνθήκη του διαζυγίου, χαρακτηρίζεται από την ικανότητα των γονέων και των παιδιών να λειτουργούν με επάρκεια στον εργασιακό χώρο και στο σχολείο αντίστοιχα, την απουσία προβλημάτων και ψυχολογικών συμπτωμάτων που να σχετίζονται με το διαζύγιο, τον επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας και τη διαμόρφωση ενός νέου τρόπου ζωής (Amato, 2000).

Μια εναλλακτική θεωρητική προσέγγιση για τις επιπτώσεις του διαζυγίου στα παιδιά και τους γονείς είναι η προσέγγιση της γενετικής προδιάθεσης (selection perspective). Σύμφωνα μ’ αυτή την προσέγγιση, ορισμένα ατομικά χαρακτηριστικά των γονέων λειτουργούν ως προδιαθεσικοί δείκτες για διαζύγιο (Amato, 2000). Τέτοια χαρακτηριστικά είναι η παρουσία έντονων ψυχοπαθολογικών συμπτωμάτων, π.χ. κατάθλιψη, αντικοινωνικές μορφές συμπεριφοράς κ.α. (Capaldi & Patterson, 1991). Η προσέγγιση της προσαρμογής στο στρες του διαζυγίου υποθέτει ότι ο χωρισμός των γονέων αποτελεί την αιτία των προβλημάτων προσαρμογής των μελών μιας οικογένειας. Αντίθετα, βασική υπόθεση της προσέγγισης της γενετικής προδιάθεσης είναι ότι τα προβλήματα προσαρμογής των γονέων είναι εκείνα που οδηγούν στη διάλυση του γάμου και αναπόφευκτα επηρεάζουν και την ψυχολογική κατάσταση των παιδιών πριν και μετά από το διαζύγιο (Amato, 2000).

9. Παρεμβάσεις και παροχή υποστηρικτικής βοήθειας

Το διαζύγιο αποτελεί μια εξαιρετικά στρεσογόνο διαδικασία τόσο για τα παιδιά όσο και για τους γονείς τους (Kelly & Emery, 2003. Hetherington & Stanley-Hagan, 1999. Davies & Cummings, 1994). Πολλές από τις οικογένειες που έρχονται αντιμέτωπες με το διαζύγιο, αδυνατούν να λειτουργήσουν επαρκώς και έχουν ανάγκη από την παροχή ειδικής συμβουλευτικής βοήθειας ή και θεραπείας, προκειμένου να ξεπεράσουν την οξεία κρίση του χωρισμού και να κατορθώσουν να χειριστούν κατάλληλα τα προβλήματα προσαρμογής που ενδέχεται να παρουσιάσουν τόσο οι ίδιοι όσο και τα παιδιά τους (Σταύρου & Χριστογιώργος, 2001. Emery, Kitzmann, & Waldron, 1999). Οι πιο προηγμένες χώρες διαθέτουν εξειδικευμένα προγράμματα παρέμβασης και κρατικές συμβουλευτικές υπηρεσίες που απευθύνονται αποκλειστικά στους διαζευγμένους γονείς και στα παιδιά τους. Στην Ελλάδα, όμως, οι γονείς μπορούν να απευθυνθούν μόνο στις υπηρεσίες των κέντρων ψυχικής υγείας, που συνήθως δεν εξειδικεύονται σε θέματα διαζυγίου (Σταύρου & Χριστογιώργος, 2001).

Στη διεθνή βιβλιογραφία έχει επισημανθεί ιδιαίτερα η αναγκαιότητα και η σημασία της ειδικής εκπαίδευσης, της επιμόρφωσης και της εξειδίκευσης των επαγγελματιών ψυχικής υγείας, που αναλαμβάνουν να στηρίξουν τα μέλη μιας οικογένειας μετά από ένα διαζύγιο. Η εξειδίκευση αυτή περιλαμβάνει τη γνώση των διαφόρων θεωρητικών προσεγγίσεων και εμπειρικών δεδομένων σχετικά με τις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις του διαζυγίου στην προσαρμογή των παιδιών και των γονέων, καθώς και την εφαρμογή ποικίλων συμβουλευτικών και θεραπευτικών παρεμβάσεων κατάλληλα προσαρμοσμένων στις τρέχουσες ανάγκες της κάθε οικογένειας (Χατζηχρήστου, 1999).

Στην Αμερική εφαρμόζονται από το κράτος και το σχολείο διάφορα προγράμματα για τους διαζευγμένους γονείς και τα παιδιά τους, συμβουλευτικού και εκπαιδευτικού κυρίως χαρακτήρα. Τα προγράμματα αυτά απευθύνονται σε ομάδες γονέων ή παιδιών και έχουν συγκεκριμένη δομή και αριθμό συναντήσεων. Στόχος τους η παροχή υποστήριξης και η εκμάθηση δεξιοτήτων επίλυσης προβλημάτων και αντιμετώπισης στρεσογόνων καταστάσεων. Στις ομάδες δίνεται η ευκαιρία στα παιδιά να αναγνωρίσουν και να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, να διορθώσουν τις λανθασμένες αντιλήψεις τους και να κατανοήσουν τους πραγματικούς λόγους που οδήγησαν τους γονείς στο διαζύγιο (Pedro-Carroll, 2005).

Οι συμβουλευτικές παρεμβάσεις που απευθύνονται στους γονείς επικεντρώνονται σε θέματα που αφορούν τις ψυχολογικές αντιδράσεις των παιδιών κατά τη διάρκεια προσαρμογής τους στο διαζύγιο και έχουν ως κύριο στόχο την ενημέρωση σχετικά με τους κατάλληλους τρόπους συνεργασίας και επικοινωνίας των γονέων για την καλύτερη διαπαιδαγώγηση και ενίσχυση των παιδιών τους (Χατζηχρήστου, 1999. Emery, Kitzmann, & Waldron, 1999). Μια άλλη μορφή παρέμβασης που εφαρμόζεται στους γονείς τα τελευταία χρόνια είναι η «διαμεσολάβηση στο διαζύγιο (divorce mediation)», από επαγγελματίες ψυχικής υγείας που ορίζονται από το κράτος. Το δικαστήριο, δηλαδή, επιβάλλει στους γονείς να συνεργαστούν με έναν ειδικό που θα τους βοηθήσει να έρθουν σε συμφωνία για οικονομικά ζητήματα και για θέματα που αφορούν την επιμέλεια των παιδιών και τη ρύθμιση της μεταξύ τους επικοινωνίας. Η παρέμβαση αυτή είναι ιδιαίτερα βοηθητική για τους γονείς που δεν μπορούν εύκολα να συνεννοηθούν, εξαιτίας των συχνών και έντονων συγκρούσεων στη μεταξύ τους σχέση (Emery, Sbarra, & Grover, 2005).

Όταν, τέλος, τα προβλήματα προσαρμογής που παρουσιάζουν τα παιδιά ή οι γονείς έχουν μεγάλη διάρκεια και ένταση ή υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ψυχοπαθολογίας, είναι απαραίτητη κάποιου είδους ψυχοθεραπευτική παρέμβαση σε ατομική ή οικογενειακή βάση. Οι θεραπευτικές παρεμβάσεις ποικίλλουν ανάλογα με τη θεωρητική προσέγγιση και την εκπαίδευση του ειδικού, τη διαθεσιμότητα των υπηρεσιών, καθώς και τη συμφωνία των μελών της οικογένειας σχετικά με το είδος της παρέμβασης που θεωρούν καταλληλότερο για τις ανάγκες τους (Χατζηχρήστου, 1999. Emery, Kitzmann, & Waldron, 1999).