Το διαζύγιο ως διαδικασία και οι επιπτώσεις του στους γονείς

Τα τελευταία χρόνια έχει αναθεωρηθεί η έννοια του διαζυγίου και δεν αποτελεί πλέον ένα μεμονωμένο και περιορισμένο στο χρόνο συμβάν, αλλά μια εξελικτική διαδικασία διάρκειας ετών που περιλαμβάνει μια σειρά από αλλαγές τόσο για το κάθε μέλος, όσο και για τις σχέσεις μεταξύ των μελών μιας οικογένειας (Kelly & Emery, 2003). Ξεκινά από τις διαταραγμένες ενδοοικογενειακές σχέσεις που βαθμιαία και κάτω από ορισμένες συνθήκες οδηγούν το οικογενειακό σύστημα σε κρίση και στην τελική απόφαση των γονέων για διαζύγιο (Σταύρου & Χριστογιώργος, 2001).

Το διαζύγιο συνήθως εξελίσσεται σε τρεις διαδοχικές φάσεις: την οξεία, τη μεταβατική και την τελική φάση. Η οξεία φάση χαρακτηρίζεται από έντονες συγκρούσεις, όπου οι γονείς βιώνουν έντονα συναισθήματα θυμού, πανικού, απώλειας ή κατάθλιψης και μπορεί να παλινδρομήσουν σοβαρά στη συμπεριφορά τους. Η φάση αυτή συνήθως διαρκεί λίγο, όμως αρκετά ζευγάρια συχνά μένουν καθηλωμένα στην οξεία φάση για πολλά χρόνια, καθώς την επαναδραστηριοποιούν με συνεχείς προστριβές ή με δικαστικές διαμάχες για οικονομικά ζητήματα και για θέματα που αφορούν την επιμέλεια των παιδιών και τη ρύθμιση της μεταξύ τους επικοινωνίας. Στη μεταβατική φάση, οι γονείς σταδιακά αποδεσμεύονται ο ένας από τη ζωή του άλλου και προχωρούν σε νέες σχέσεις και επαγγελματικές δραστηριότητες, μεταβάλλοντας τις ζωές τους σε πολλαπλά επίπεδα. Η τελική φάση σηματοδοτείται από την εγκαθίδρυση μιας νέας μορφή οικογένειας -είτε με τη μορφή της μονογονεϊκής οικογένειας είτε με τους νέους γάμους των πρώην συζύγων- και την προσαρμογή στην καινούρια κατάσταση (Σταύρου & Χριστογιώργος, 2001).

Σύμφωνα με τον Wiseman (1975, όπως αναφέρεται στο Χατζηχρήστου, 1999) υπάρχουν στάδια κατά την προσαρμογή ενός ατόμου στη συνθήκη του διαζυγίου, τα οποία είναι αντίστοιχα της διαδικασίας του θρήνου για το θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου. Τα στάδια αυτά είναι τα εξής: α. άρνηση, β. απώλεια και κατάθλιψη, γ. θυμός και αμφιθυμία, δ. επαναπροσδιορισμός της ταυτότητας και του τρόπου ζωής και ε. αποδοχή του χωρισμού και νέο επίπεδο λειτουργίας. Έτσι, αρχικά οι σύζυγοι αρνούνται την υπάρχουσα κατάσταση και είτε δηλώνουν ότι είναι ικανοποιημένοι από το γάμο τους, παρά τις όποιες δυσκολίες τους, είτε παραδέχονται ότι έχουν σοβαρά προβλήματα, τα οποία αποδίδουν όμως σε άλλους εξωτερικούς παράγοντες, όπως οικονομικές δυσκολίες, προβλήματα που αφορούν τα παιδιά κ.α. Στη συνέχεια, η σταδιακή συνειδητοποίηση της κατάστασης, προκαλεί αντιδράσεις και συναισθήματα παρόμοια με την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου: λύπη, κατάθλιψη, μοναξιά, απελπισία και έλλειψη επικοινωνίας με τους άλλους. Στο επόμενο στάδιο κυριαρχούν συναισθήματα θυμού, απογοήτευσης και αμφισβήτησης. Η ρύθμιση οικονομικών ζητημάτων και θεμάτων που αφορούν την επιμέλεια των παιδιών συχνά συνοδεύονται από εκρήξεις θυμού που λειτουργούν ως διέξοδος των αρνητικών συναισθημάτων. Η στάση απέναντι στο επερχόμενο διαζύγιο είναι αμφιθυμική και συχνά γίνονται προσπάθειες συμφιλίωσης και επανασύνδεσης. Όταν αυτές οι προσπάθειες αποτύχουν, οι πρώην σύζυγοι καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα διαφορετικό τρόπο ζωής, γεγονός που απαιτεί μια διαδικασία επαναπροσδιορισμού της ταυτότητας σε ποικίλους τομείς (προσωπικό, επαγγελματικό, σεξουαλικό και κοινωνικό), που προοδευτικά θα οδηγήσει στην αποδοχή του χωρισμού και σε ένα νέο επίπεδο λειτουργίας (Χατζηχρήστου, 1999).

Όσον αφορά τις επιπτώσεις του διαζυγίου στους γονείς, η συντριπτική πλειοψηφία των διαθέσιμων ερευνών εστιάζει στις αρνητικές συνέπειές του και μόνο ένας μικρός αριθμός ερευνών κάνει αναφορά σε πιθανές θετικές επιπτώσεις. Αναλυτικότερα, ανασκόπηση των ερευνών της τελευταίας δεκαετίας από τον Amato (2000) έδειξε ότι οι διαζευγμένοι γονείς συγκριτικά με τους παντρεμένους έχουν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση, εμφανίζουν περισσότερα συμπτώματα κατάθλιψης και ψυχικής κόπωσης και αναφέρουν μειωμένα επίπεδα ψυχολογικής ευεξίας. Επιπλέον, παρουσιάζουν περισσότερα προβλήματα υγείας (Aldous & Ganey, 1999), βρίσκονται σε δυσχερέστερη οικονομικά θέση – ιδιαίτερα οι γυναίκες - (Breivik & Olweus, 2006), έχουν λιγότερο ικανοποιητική σεξουαλική ζωή, αναφέρουν πιο συχνά συνθήκες κοινωνικής απομόνωσης και είναι πιθανότερο να έρθουν αντιμέτωποι με περισσότερα αρνητικά γεγονότα ζωής (Amato, 2000).

Αναπόφευκτα, το στρες που προκαλεί ένα διαζύγιο επηρεάζει αρνητικά και τη συμπεριφορά των γονέων απέναντι στα παιδιά τους (Hetherington & Stanley-Hagan, 1999). Σύμφωνα με τους Maccoby και Martin (1983), οι δυο πιο βασικές διαστάσεις της γονεϊκής συμπεριφοράς, που δρουν ευεργετικά στην ανάπτυξη των παιδιών, είναι η απαιτητικότητα (demandingness) και η απαντητικότητα (responsiveness). Ως απαιτητικότητα ορίζεται η συμπεριφορά ελέγχου και επιβολής κανόνων εκ μέρους του γονέα, ενώ ως απαντητικότητα η συμπεριφορά ανταπόκρισης ή ευαισθησίας στις ανάγκες του παιδιού (Conger & Galambos, 1997). Οι διαζευγμένοι γονείς, συγκριτικά με τους παντρεμένους, είναι λιγότερο απαντητικοί στις ανάγκες των παιδιών τους και λιγότερο συνεπείς στον έλεγχο και την επιβολή ορίων, ιδιαίτερα κατά την αρχική περίοδο μετά το χωρισμό (Hetherington & Stanley-Hagan, 1999).

Ωστόσο, οι επιπτώσεις του διαζυγίου στους γονείς δεν είναι πάντα και απαραίτητα μόνο αρνητικές. Ευρήματα ερευνών καταδεικνύουν ότι συχνά το διαζύγιο σχετίζεται θετικά με υψηλότερα επίπεδα αυτονομίας και προσωπικής ανάπτυξης. Αρκετές διαζευγμένες γυναίκες ανέφεραν ότι μετά το διαζύγιο είχαν περισσότερες επαγγελματικές ευκαιρίες, απόκτησαν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και μια ισχυρότερη αίσθηση ελέγχου της ζωής τους. Αντίστοιχα, ένας αριθμός διαζευγμένων αντρών υποστήριξε ότι έπειτα από τη διάλυση του γάμου τους βελτίωσαν τις κοινωνικές τους δεξιότητες και ήταν πιο πρόθυμοι να αποκαλύψουν και να μοιραστούν με σημαντικούς άλλους προσωπικές πληροφορίες και δεδομένα (Amato, 2000).

Ο τρόπος αντίδρασης των γονέων στο γεγονός του διαζυγίου εξαρτάται από την ποιότητα των οικογενειακών σχέσεων πριν από το διαζύγιο, από τις συνθήκες που οδήγησαν στη διάλυση του γάμου και από τις αλλαγές που τη συνοδεύουν, αλλά και από παράγοντες όπως η προσωπικότητα των πρώην συζύγων, η στάση του κοινωνικού περίγυρου, η ύπαρξη υποστηρικτικού δικτύου, η διάρκεια του γάμου κ.α. (Σταύρου & Χριστογιώργος, 2001. Hetherington, 1999). Σημαντικός είναι και ο ρόλος του χρόνου που έχει περάσει μετά από ένα διαζύγιο, καθώς σταδιακά οι γονείς συμβιβάζονται και προσαρμόζονται στη νέα κατάσταση (Barrett, 2003). Σχεδόν πάντα, όμως, οι πρώτοι μήνες μετά από ένα διαζύγιο χαρακτηρίζονται από έντονες συγκρούσεις μεταξύ των γονέων και συναισθήματα άγχους, κατάθλιψης, θυμού, απόρριψης ή ανεπάρκειας, που προοδευτικά μειώνονται και τελικά εξαλείφονται μετά από περίπου δύο με τρία χρόνια (Lorenz, Simons, Conger, Elder, Johnson, & Chao, 1997).