Συγκρούσεις εφήβων, γονέων

3.1.Η έννοια της σύγκρουσης στις διαπροσωπικές σχέσεις

H έννοια της σύγκρουσης, για αρκετούς λόγους, έχει αποτελέσει αντικείμενο ερευνητικού ενδιαφέροντος των περισσότερων μελετητών που ασχολούνται με τη διερεύνηση των διαπροσωπικών σχέσεων που χαρακτηρίζονται από εγγύτητα, οικειότητα και την ύπαρξη ισχυρού συναισθηματικού δεσμού (π.χ. η σχέση των εφήβων με τους γονείς τους). Πρώτον, η διαχείριση και ο τρόπος επίλυσης μιας σύγκρουσης αναδεικνύει το χαρακτήρα και την ποιότητα μιας σχέσης περισσότερο αποφασιστικά από οποιαδήποτε άλλη μορφή αλληλεπίδρασης μεταξύ δύο ατόμων. Επιπλέον, η διαπροσωπική σύγκρουση έχει πρωτεύοντα ρόλο στη διαδικασία ανάπτυξης και εξέλιξης του ατόμου (Canary, Cupach, & Messman, 1995).

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στις περισσότερες θεωρίες σχετικά με την ανθρώπινη ανάπτυξη, αποδίδεται μεγάλη σημασία στην έννοια των συγκρούσεων (Shantz, 1987). Σύμφωνα με τους Dunn και Slomkowski, οι διαπροσωπικές συγκρούσεις και η ανάπτυξη της κοινωνικής κατανόησης συνδέονται σε τέσσερις βασικούς τομείς: την κατανόηση των συναισθημάτων και των προθέσεων των άλλων, τη συνειδητοποίηση των κοινωνικών συμβάσεων και κανόνων που καθοδηγούν τη συμπεριφορά, τη χρήση δεξιοτήτων και στρατηγικών επικοινωνίας, καθώς και την πληροφόρηση για τις διαφορετικές μορφές των διαπροσωπικών σχέσεων (Canary et al., 1995).

Τέλος, καθώς στα πλαίσια μιας διαπροσωπικής σύγκρουσης είναι πάντα υπαρκτός ο κίνδυνος του ψυχολογικού ή και σωματικού τραυματισμού, τα εμπλεκόμενα μέλη χρειάζεται να μάθουν να διαπραγματεύονται και να επιλύουν τις μεταξύ τους διαφωνίες. Σύμφωνα με τον Minuchin, οι γονείς που κατορθώνουν να επιλύουν τις συγκρούσεις που ανακύπτουν με τα παιδιά τους είναι λιγότερο πιθανό να τα παραμελήσουν ή να τα κακοποιήσουν και αποτελούν ένα υγιές πρότυπο προς μίμηση (Canary et al., 1995). Παράλληλα, τα παιδιά, μέσα από τη διαδικασία των συγκρούσεων με τους γονείς, αρχίζουν να αντιλαμβάνονται έννοιες όπως η ηθικότητα, ο αυτοπροσδιορισμός και τα συναισθήματα (Thompson, 2000).

Αν και έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρίες για τις συγκρούσεις στα πλαίσια μιας συναισθηματικά επενδεδυμένης διαπροσωπικής σχέσης, δεν υπάρχει ομοφωνία στις απόψεις σχετικά με το σαφή και συγκεκριμένο ορισμό της συγκεκριμένης έννοιας. Έτσι, στη διεθνή βιβλιογραφία, η διαπροσωπική σύγκρουση έχει οριστεί με ποικίλους διαφορετικούς τρόπους όπως: αρνητική διαπροσωπική έκφραση συναισθημάτων, αμυντική ή μη υποστηρικτική επικοινωνία, διαφωνία που επιφέρει άγχος, ένταση και αρνητικά συναισθήματα, ασυμφωνία μεταξύ λεκτικής και μη λεκτικής επικοινωνίας κ.α. Ωστόσο, το σημείο που οι περισσότεροι ορισμοί συμφωνούν είναι ότι μια σύγκρουση περιλαμβάνει την ύπαρξη κάποιας ασυμφωνίας μεταξύ δύο ατόμων (Canary et al., 1995).

Η μεγάλη ευρύτητα και διαφοροποίηση των ορισμών οδηγεί σε εννοιολογική ασάφεια (Shantz, 1987) και σε μη συγκρίσιμα αποτελέσματα μεταξύ των διαφόρων ερευνών. Σύμφωνα με τους Canary et al. (1995), οι ορισμοί διαφέρουν ως προς το βαθμό που περιγράφουν τη σύγκρουση σαν ένα συγκεκριμένο επεισόδιο διαφωνίας μεταξύ δύο ατόμων, που έχει αναγνωρίσιμη αρχή και τέλος, καθώς και ως προς το βαθμό που αναφέρονται σε συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν την προσπάθεια διαχείρισης αυτής της ασυμφωνίας. Έτσι προκύπτουν τέσσερις κατηγορίες ορισμών ανάλογα με την έμφαση που δίδεται είτε στην ύπαρξη κάποιου συγκεκριμένου επεισοδίου σύγκρουσης είτε στην παρουσία συμπεριφορών επίλυσης της.

Στην πρώτη κατηγορία, η διαπροσωπική σύγκρουση γίνεται αντιληπτή ως ένα φαινόμενο που περιλαμβάνει ποικίλες και διαφορετικές μορφές αλληλεπίδρασης μεταξύ δύο ατόμων, χωρίς να γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο επεισόδιο σύγκρουσης ή σε συμπεριφορές επίλυσής της. Η δεύτερη κατηγορία, ορίζει τη σύγκρουση ως ένα επεισόδιο διαφωνίας μεταξύ δύο ατόμων που συνοδεύεται από αρνητικά συναισθήματα και ιδιαίτερη ένταση, χωρίς ωστόσο να γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένες συμπεριφορές επίλυσής της. Στην τρίτη κατηγορία αντιθέτως, μεγαλύτερη σημασία έχουν οι συμπεριφορές που αναδεικνύουν τον τρόπο επίλυσης μιας σύγκρουσης παρά η παρουσία συγκεκριμένου επεισοδίου. Τέλος, στην τέταρτη κατηγορία, για τον ορισμό της διαπροσωπικής σύγκρουσης είναι απαραίτητη τόσο η ύπαρξη διαφωνίας μεταξύ δύο ατόμων όσο και η παρουσία συγκεκριμένου τρόπου διαχείρισης των αρνητικών συναισθημάτων, της εχθρότητας και της επιθετικότητας που τη συνοδεύουν (Canary et al., 1995).

Η παρούσα ερευνητική μελέτη εξετάζει τις αντιπαραθέσεις και τις συγκρούσεις στα πλαίσια της σχέσης των εφήβων με τους γονείς τους και δίνεται έμφαση τόσο στην ένταση και τη συχνότητα όσο και στους τρόπους επίλυσης τους. Επιπλέον, γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένα θέματα που σχετίζονται με την εκδήλωση συγκρούσεων όπως η εμφάνιση, το ντύσιμο, οι παρέες, οι ετεροφυλικές σχέσεις, η συμπεριφορά και ο τρόπος ομιλίας απέναντι στους γονείς, οι εξωσχολικές δραστηριότητες, η μελέτη για το σχολείο, η συμμετοχή στις δουλειές του σπιτιού, το χαρτζιλίκι, η ώρα επιστροφής στο σπίτι μετά από μια έξοδο κ.α.

3.2. Θεωρητικές προσεγγίσεις των συγκρούσεων

Το αναπτυξιακό στάδιο της εφηβείας είναι μια περίοδος σημαντικών αλλαγών στη σχέση των εφήβων με τους γονείς τους, που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη συχνών αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων (Μπεζεβέγκης & Γεωργουλέας, 2004). Οι ψυχαναλυτικές θεωρίες πρεσβεύουν ότι οι συγκρούσεις καθρεφτίζουν την προσπάθεια του εφήβου τόσο να αυτονομηθεί όσο και να απομακρυνθεί ψυχολογικά από τις εσωτερικευμένες γονεϊκές αναπαραστάσεις (Αναστασόπουλος, 1997. Μόττη-Στεφανίδη, 1997. Steinberg, 1991) και αποτελούν σημαντικό μέσο για την αναδιαπραγμάτευση της σχέσης με τους γονείς του (Collins & Repinski, 1994).

Συνεπώς, οι αλλαγές που παρατηρούνται στις ενδοοικογενειακές σχέσεις κατά τη διάρκεια της εφηβείας, αποτελούν κομμάτι της διαδικασίας προσαρμογής της οικογένειας στις σωματικές και ψυχολογικές μεταβολές ενός εκ των μελών της (Collins, 1990). Πιο συγκεκριμένα, οι συγκρούσεις διευκολύνουν την προσαρμογή του εφήβου στις αναπτυξιακές αλλαγές που του συμβαίνουν μέσα από μια ενδοψυχική και μια διαπροσωπική διαδικασία (Holmbeck & Hill, 1991). Σε ενδοψυχικό επίπεδο, οι συγκρούσεις προάγουν τη διαδικασία «αποχωρισμού και ατομικοποίησης» (Blos, 1967), ενώ σε διαπροσωπικό επίπεδο ενημερώνουν τους γονείς για τις διαφορετικές πλέον απαιτήσεις και προσδοκίες του παιδιού τους. Επιπλέον, βοηθούν τον έφηβο στην εκμάθηση δεξιοτήτων επίλυσης συγκρούσεων, στην έκφραση της διαφωνίας του για διάφορα θέματα και στην υιοθέτηση διεκδικητικής συμπεριφοράς (Holmbeck & Hill, 1991).

Η διεκδικητικότητα των εφήβων συχνά συνοδεύεται από έντονη παρορμητικότητα, εκρηκτικότητα και ανυπακοή, γεγονός που πυροδοτεί νέες συγκρούσεις, καθώς οι γονείς συνειδητοποιούν ότι η εξουσία τους δεν έχει πλέον την ίδια επιρροή και ισχύ. Παράλληλα, ανησυχούν ότι ο έφηβος θα εμπλακεί σε παράτολμες και παρακινδυνευμένες δραστηριότητες, χωρίς οι ίδιοι να μπορούν να τον προστατεύσουν, με αποτέλεσμα να αντιστέκονται στις προσπάθειες αυτονόμησης και ανεξαρτητοποίησης του (Fleming, 2005. Deković, 1999. Conger & Galambos, 1997), επιβάλλοντας σε αρκετές περιπτώσεις αυστηρά όρια και κανόνες. Η συμμόρφωση του εφήβου με τις γονεϊκές επιταγές και η αναχαίτιση των προσωπικών του επιθυμιών οδηγεί στην εκδήλωση συγκρούσεων (Yeh & Bedford, 2004).

Οι κοινωνικο-γνωστικές θεωρίες υποστηρίζουν ότι δυσκολίες στην επικοινωνία και συγκρούσεις προκύπτουν όταν οι προσδοκίες των γονέων για τη συμπεριφορά, τις επιλογές και τις διαπροσωπικές σχέσεις κατά τη διάρκεια της εφηβείας διαφέρουν σημαντικά από τις αντίστοιχες των παιδιών τους (Collins & Luebker, 1993). Τα θέματα για τα οποία ξεσπούν οι εντονότερες συγκρούσεις είναι εκείνα για τα οποία οι έφηβοι διεκδικούν μεγαλύτερη αυτονομία, ενώ οι γονείς επιδιώκουν οπωσδήποτε να διατηρήσουν τον έλεγχο (Smetana, 2004. Yau & Smetana, 2003, 1996. Jackson, Cicognani, & Charman, 1996). Η ασυμφωνία των προσδοκιών, η επιδίωξη διατήρησης του ελέγχου εκ μέρους των γονέων, παράλληλα με την επιθυμία των εφήβων για αυτοπροσδιορισμό και προσωπικές επιλογές, οδηγεί σε διαφορετικές ερμηνείες και αποδόσεις αιτιών στα γεγονότα που διαδραματίζονται εντός και εκτός του οικογενειακού πλαισίου, που έχουν ως αποτέλεσμα την εκδήλωση αντιπαραθέσεων και διαφωνιών (Smetana, 2004. Canary et al., 1995. Collins & Luebker, 1993).

Οι Robin και Foster, τέλος, επιχείρησαν να ερμηνεύσουν το φαινόμενο των συγκρούσεων στη σχέση των εφήβων με τους γονείς συνδυάζοντας δύο θεωρητικές προσεγγίσεις, τη θεωρία της κοινωνικής μάθησης και τη συστημική θεωρία. Πιο συγκεκριμένα, διερεύνησαν τη σχέση μεταξύ των εξής τεσσάρων μεταβλητών: α) αναπτυξιακοί παράγοντες (βιολογικές αλλαγές, επιθυμία αυτονόμησης του εφήβου κ.α.), β) δεξιότητες επικοινωνίας και επίλυσης προβλημάτων, γ) γνωσίες που συνοδεύουν τις συγκρούσεις (παράλογες πεποιθήσεις, αποδόσεις αιτιών, προσδοκίες) και δ) δομή των οικογενειακών σχέσεων (συμμαχίες, τριγωνοποίηση, οικογενειακή συνοχή). Η αλληλεπίδραση των παραπάνω μεταβλητών προκαλεί σημαντικές αλλαγές στις σχέσεις μεταξύ των μελών μιας οικογένειας και αποτελεί ένα ερμηνευτικό πλαίσιο της φύσης και της έντασης των μεταξύ τους συγκρούσεων (Canary et al., 1995).

Υπό το πρίσμα των παραπάνω θεωρητικών προσεγγίσεων, οι συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της εφηβικής ηλικίας αποτελούν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της φυσιολογικής εξέλιξης του εφήβου και διευκολύνουν τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης με τους γονείς. Ωστόσο, η διαδικασία των συγκρούσεων είναι εποικοδομητική μόνο όταν δεν διαταράσσει τη συνοχή και τη λειτουργία της οικογένειας. Οι McCauley-Ohannessian, Lerner, J., Lerner, R. και von Eye (2000), υποστήριξαν ότι η οι αντιλήψεις των εφήβων και των γονέων όσον αφορά την οικογενειακή συνοχή διαφέρουν σημαντικά κατά τη διάρκεια της διαμόρφωσης ταυτότητας και της αυτονόμησης των πρώτων, γεγονός που σχετίζεται τόσο με αύξηση των συγκρούσεων όσο και με μειωμένα επίπεδα αυτεπάρκειας των εφήβων. Επιπλέον, όταν η συχνότητα και η ένταση των συγκρούσεων κυμαίνεται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα είναι πιθανή η εκδήλωση συμπτωμάτων κατάθλιψης, η φυγή από το σπίτι ή οι απόπειρες αυτοκτονίας (Shek, 1998. Rae, 1992).

3.4. Συναισθηματική σχέση εφήβων-γονέων: η θεωρία της προσκόλλησης

Όπως ήδη έχει αναφερθεί, η εφηβεία είναι μια περίοδος αναπόφευκτων συγκρούσεων με τους γονείς που πηγάζουν από την αναδυόμενη τάση αυτονόμησης του εφήβου. Η συναισθηματική σχέση, ωστόσο, των εφήβων με τους γονείς τους δεν διαταράσσεται από τις μεταξύ τους συγκρούσεις και εξακολουθεί να είναι στενή και θερμή (Pinquart & Silbereisen, 2002. Maccoby & Martin, 1983). Σύμφωνα, μάλιστα, με τα ευρήματα της έρευνας των Offer, Ostrov, Howard και Atkinson (1988), οι οποίοι χρησιμοποίησαν ως δείγμα 6.000 εφήβους από δέκα διαφορετικές χώρες (Αυστραλία, Αμερική, Ιαπωνία, Ιταλία, Ισραήλ, Τουρκία, Ταϊβάν, Ουγγαρία, Μπαγκλαντές, πρώην δυτική Γερμανία), η θετική σχέση εφήβων-γονέων αποτελεί ένα διαπολιτισμικό φαινόμενο.

Η οικογένεια αποτελεί το πρωταρχικό πλαίσιο κοινωνικοποίησης του παιδιού και η αλληλεπίδραση μεταξύ των μελών της συμβάλλει καθοριστικά στη μετέπειτα εξέλιξή του (Parke & Buriel, 1998). Παρά το γεγονός των συγκρούσεων και της αυξανόμενης επιρροής της ομάδας των συνομηλίκων κατά τη διάρκεια της εφηβείας, οι γονείς συνεχίζουν να έχουν πρωτεύοντα ρόλο στη ζωή των παιδιών τους και να αποτελούν τη βασικότερη πηγή συναισθηματικής υποστήριξης (Maccoby & Martin, 1983). Μόνο σε ένα μικρό ποσοστό οικογενειών, περίπου 5 με 10%, η εκδήλωση συγκρούσεων επηρεάζει σημαντικά την ποιότητα της σχέσης εφήβων-γονέων, ενώ συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις προϋπήρχαν προβλήματα στις οικογενειακές σχέσεις και πριν από την είσοδο του παιδιού τους στην εφηβεία (Steinberg, 1991. Rutter et al., 1976). Ένας παράγοντας που σχετίζεται με την ποιότητα της σχέσης και τον τρόπο επικοινωνίας εφήβων-γονέων σε συνθήκες σύγκρουσης είναι το είδος του συναισθηματικού δεσμού μεταξύ τους (Rosenstein & Horowitz, 1997).

Σύμφωνα με τη θεωρία της προσκόλλησης (attachment theory) που βασίζεται στη θεωρητική προσέγγιση του Bowlby και στο ερευνητικό έργο της Ainsworth (Pervin & John, 2001), υπάρχουν τρία είδη συναισθηματικού δεσμού μεταξύ του βρέφους και της μητέρας του: ο αγχώδης-αποφευκτικτός (anxious-avoidant attachment), ο αγχώδης-ανθιστάμενος (anxious-resistant attachment) και ο ασφαλής δεσμός (secure attachment). Στον αγχώδη-αποφευκτικτό δεσμό, το βρέφος αντιμετωπίζει με αποφυγή και απάθεια την απουσία της μητέρας, διαμαρτύρεται ελάχιστα στην απομάκρυνσή της και δεν αναζητά τη βοήθειά της. Τα βρέφη με τέτοιου είδους συναισθηματικό δεσμό συχνά είχαν βιώσει κατά τους πρώτους μήνες της ζωής τους το θυμό, τη δυσαρέσκεια ή και την απόρριψη της μητέρας τους. Στον αγχώδη-ανθιστάμενο δεσμό, το βρέφος αμφιταλαντεύεται μεταξύ ασφάλειας και άγχους και δυσκολεύεται τόσο να αποχωριστεί τη μητέρα του όσο και να επανασυνδεθεί μαζί της όταν εκείνη επιστρέφει. Οι μητέρες αυτών των βρεφών συνήθως ήταν ασυνεπείς, άλλοτε δείχνοντας ευαισθησία και άλλοτε αγνοώντας τις ανάγκες των παιδιών τους. Στον ασφαλή δεσμό τέλος, το βρέφος αισθάνεται ότι η μητέρα του θα είναι διαθέσιμη όταν εκείνο θα τη χρειαστεί και προσεγγίζει τον εξωτερικό κόσμο με εμπιστοσύνη και σιγουριά (Pervin & John, 2001. Μόττη-Στεφανίδη, 1997. Rosenstein & Horowitz, 1997).

Η έννοια της προσκόλλησης, όπως την είχε ορίσει ο Bowlby, αρχικά αφορούσε τον ισχυρό συναισθηματικό δεσμό που αναπτύσσεται μεταξύ του βρέφους και των ατόμων που το φροντίζουν, κυρίως τη μητέρα. Τα επικοινωνιακά βιώματα κατά τη βρεφική ηλικία, ωστόσο, παρέχουν τη βάση για την ανάπτυξη προσδοκιών για τις μελλοντικές σχέσεις. Έτσι τα εσωτερικά λειτουργικά μοντέλα ή οι νοητικές αναπαραστάσεις που έχει διαμορφώσει το βρέφος για τον εαυτό και τους γονείς στα πρώτα του βήματα, εξακολουθούν να επηρεάζουν σημαντικά τις διαπροσωπικές σχέσεις τόσο στην εφηβεία όσο και μετέπειτα στην ενήλικη ζωή (Pervin & John, 2001. Laible, Carlo, & Raffaelli, 2000).

Πιο συγκεκριμένα, η ύπαρξη ασφαλούς συναισθηματικού δεσμού με τους γονείς διευκολύνει την προσπάθεια αυτονόμησης του εφήβου και προάγει τη διαδικασία διαμόρφωσης της ταυτότητάς του (Montemayor & Flannery, 1991. Baumrind, 1991). Επιπλέον, ο έφηβος διαθέτει τα απαραίτητα ψυχικά εφόδια για να διαχειριστεί με αποτελεσματικό τρόπο τις συγκρούσεις που ανακύπτουν με τους γονείς, διατηρώντας μια θετική συναισθηματική σχέση μαζί τους παράλληλα με την υιοθέτηση διεκδικητικής συμπεριφοράς. Όταν όμως δεν υπάρχει μια ασφαλής συναισθηματική βάση, ο έφηβος εκφράζει ιδιαίτερο θυμό σε συνθήκες σύγκρουσης και αδυνατεί να συμβιβάσει τις αναπτυξιακές του ανάγκες με τη ανάγκη διατήρησης συναισθηματικής εγγύτητας με τους γονείς (Rosenstein & Horowitz, 1997. Montemayor & Flannery, 1991). Συνοπτικά, η ύπαρξη ασφαλούς συναισθηματικού δεσμού μεταξύ των εφήβων και των γονέων σχετίζεται με θετικότερη ψυχοκοινωνική προσαρμογή και με καλύτερη επίδοση στο σχολείο (Montemayor & Flannery, 1991), ενώ σύμφωνα με την Feeney (2000), ενισχύει την ανθεκτικότητα των εφήβων στις χρόνιες σωματικές ασθένειες.

3.5. Τύποι γονεϊκής συμπεριφοράς και συγκρούσεις εφήβων-γονέων

Ως γονεϊκός τύπος ή τύπος γονεϊκής συμπεριφοράς (parenting style), ορίζεται το σύνολο των στάσεων, των αντιλήψεων και των πρακτικών που διαμορφώνουν τον τρόπο ανατροφής ενός παιδιού (Darling & Steinberg, 1993). Ο τύπος της γονεϊκής συμπεριφοράς σχετίζεται άμεσα τόσο με την εκδήλωση συγκρούσεων στα πλαίσια της σχέσης των εφήβων με τους γονείς όσο και με τη διαδικασία επίλυσης τους (Miller, DiIorio, & Dudley, 2002), ενώ παράλληλα επηρεάζει σε μέγιστο βαθμό τη συμπεριφορά και την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των εφήβων (Conger & Galambos, 1997).

Από τη δεκαετία του 1930 και έπειτα, αρκετοί ερευνητές είχαν εστιάσει το ενδιαφέρον τους στις διαστάσεις της συμπεριφοράς των γονέων που δρουν ευεργετικά στην ανάπτυξη των παιδιών τους. Έτσι, οι Sears, Maccoby και Levin το 1957 αναφέρθηκαν στις διαστάσεις της στοργής και της ανεκτικότητας-αυστηρότητας, ο Schaeffer το 1959 στις διαστάσεις της αγάπης-εχθρότητας και της αυτονομίας-ελέγχου, ενώ πιο πρόσφατα οι Maccoby και Martin (1983) υποστήριξαν ότι οι δυο πιο βασικές διαστάσεις της γονεϊκής συμπεριφοράς είναι η απαιτητικότητα (demandingness) και η απαντητικότητα (responsiveness). Ως απαιτητικότητα ορίζεται η συμπεριφορά ελέγχου και επιβολής αυστηρών κανόνων εκ μέρους του γονέα, ενώ ως απαντητικότητα η συμπεριφορά ανταπόκρισης ή ευαισθησίας στις ανάγκες του παιδιού (Conger & Galambos, 1997).

Η Baumrind (1991a, 1991b), συνδυάζοντας τις δυο διαστάσεις της απαιτητικότητας και της απαντητικότητας, υποστήριξε ότι υπάρχουν τέσσερις διαφορετικοί τύποι γονεϊκής συμπεριφοράς: ο αυταρχικός (authoritarian), ο ανεκτικός (permissive ή permissive-indulgent), ο αδιάφορος-απορριπτικός (rejecting-neglecting ή disengaged ή permissive-indifferent) και ο δημοκρατικός τύπος (authoritative). Οι αυταρχικοί γονείς βασίζουν την ανατροφή του παιδιού τους σε ένα σύστημα άκαμπτων και απόλυτων κανόνων. Δίνουν έμφαση στην υπακοή και στο σεβασμό και χρησιμοποιούν μέτρα επιβολής για τη διατήρηση της τάξης. Έτσι είναι απαιτητικοί, αλλά καθόλου απαντητικοί στις ανάγκες του παιδιού τους. Η συμπεριφορά των ανεκτικών γονέων, αντιθέτως, χαρακτηρίζεται από απαντητικότητα, αλλά ελάχιστη απαιτητικότητα. Πρόκειται για στοργικούς γονείς που αφήνουν περιθώρια αυτονομίας στο παιδί τους, χωρίς ωστόσο να παρέχουν καθοδήγηση και έλεγχο. Οι αδιάφοροι-απορριπτικοί γονείς δεν είναι ούτε απαιτητικοί ούτε απαντητικοί. Είναι απορροφημένοι στον εαυτό τους, συχνά είναι απορριπτικοί και γενικότερα μοιάζει να αδιαφορούν για την ανατροφή του παιδιού τους. Η συμπεριφορά των δημοκρατικών γονέων, τέλος, χαρακτηρίζεται τόσο από απαντητικότητα όσο και από απαιτητικότητα (Baumrind, 1978, 1991a, 1991b. Maccoby & Martin, 1983). Σύμφωνα, δε, με τον Steinberg (1990), τρία είναι τα βασικά γνωρίσματα του δημοκρατικού τύπου γονεϊκής συμπεριφοράς: ένας υψηλός βαθμός θερμότητας ή αποδοχής, ένας υψηλός βαθμός δημοκρατικότητας ή ψυχολογικής αυτονομίας και ένας υψηλός βαθμός ελέγχου ή καθοδήγησης.

Οι έφηβοι που προέρχονται από αυταρχικές οικογένειες έχουν συνήθως υψηλή επίδοση στο σχολείο, αλλά χαμηλή αυτοεκτίμηση και μειωμένο επίπεδο κοινωνικών δεξιοτήτων. Η ένταση των συγκρούσεων με τους γονείς είναι μεγαλύτερη σε σχέση με τους άλλους τύπους γονεϊκής συμπεριφοράς, χωρίς ωστόσο οι έφηβοι να εκδηλώνουν ιδιαίτερα αρνητική ή βίαιη συμπεριφορά κατά την επίλυση των μεταξύ τους συγκρούσεων. Οι έφηβοι με ανεκτικούς γονείς υποφέρουν από την ανεπαρκή καθοδήγηση και την έλλειψη πειθαρχίας κι έτσι ενώ έχουν υψηλή αυτοεκτίμηση και συνήθως καλή σχολική επίδοση, παρουσιάζουν μειωμένο ενδιαφέρον για το σχολείο και αυξημένα ποσοστά παραβατικότητας, επιθετικής συμπεριφοράς και κατάχρησης ουσιών. Επιπλέον, η συμπεριφορά τους κατά τη διάρκεια επίλυσης συγκρούσεων χαρακτηρίζεται από ανωριμότητα και επιθετικότητα (Baumrind, 1978, 1991a, 1991b. Miller, DiIorio, & Dudley, 2002. Deković, 1999. Carson, Chowdhury, Perry, & Pati, 1999. Conger & Galambos, 1997).

Τη φτωχότερη αυτοαντίληψη και ψυχοκοινωνική προσαρμογή παρουσιάζουν οι έφηβοι των οποίων οι γονείς είναι αδιάφοροι-απορριπτικοί. Και αυτοί οι έφηβοι, όπως και οι συνομήλικοί τους που προέρχονται από οικογένειες με ανεκτικούς γονείς, εμφανίζουν υψηλά ποσοστά παραβατικής συμπεριφοράς και κατάχρησης ουσιών, γεγονός που πιθανώς σχετίζεται με την απουσία ελέγχου και καθοδήγησης, καθώς και την έλλειψη αποδοχής, ευαισθησίας και υποστήριξης εκ μέρους των γονέων (Adalbjarnardottir & Hafsteinsson, 2001. Goldstein & Heaven, 2000. Coleman & Hendry, 1999. Conger & Galambos, 1997). Ο δημοκρατικός τύπος γονεϊκής συμπεριφοράς, τέλος, προάγει τη συνολική επάρκεια των εφήβων και σχετίζεται με καλή επίδοση στο σχολείο, με υψηλή αυτοεκτίμηση και συγκρούσεις που χαρακτηρίζονται από ήπια ένταση και μικρή συχνότητα (Baumrind, 1978, 1991a, 1991b. Maccoby & Martin, 1983. Parke & Buriel, 1998).

3.6. Τοπογραφία των συγκρούσεων εφήβων-γονέων: τα θέματα, η ένταση και η συχνότητά τους

Τα θέματα που δημιουργούν ένταση και οδηγούν στην εκδήλωση συγκρούσεων είναι συνήθως ζητήματα της καθημερινής ζωής, για τα οποία οι έφηβοι διεκδικούν μεγαλύτερη αυτονομία, ενώ οι γονείς επιδιώκουν οπωσδήποτε να διατηρήσουν τον έλεγχο (Smetana, 2004. Yau & Smetana, 2003, 1996. Jackson, Cicognani, & Charman, 1996). Είναι ζητήματα που οι έφηβοι θεωρούν ότι ανήκουν στη σφαίρα της προσωπικής τους δικαιοδοσίας και στα οποία επιθυμούν μια μη παρεμβατική στάση των γονέων. Αρκετά, ωστόσο, είναι και τα θέματα για τα οποία οι ίδιοι οι έφηβοι κρίνουν ότι ο γονεϊκός έλεγχος είναι απόλυτα δικαιολογημένος και θεμιτός (Fuligni, 1998b) και για τα οποία εκδηλώνονται υψηλής έντασης, αλλά χαμηλής συχνότητας συγκρούσεις (Allison & Shultz, 2004).

Η Smetana (1988, 1989, 1995, 2000) επιχείρησε να ταξινομήσει σε επιμέρους τομείς τα θέματα που αποτελούν τις πιο συνηθισμένες αφορμές σύγκρουσης. Έτσι προέκυψαν οι εξής τέσσερις τομείς: α) ο ηθικός, β) ο κοινωνικός-συμβατικός γ) ο προσωπικός και δ) ο πολυδιάστατος τομέας. Ο ηθικός τομέας περιλαμβάνει θέματα που σχετίζονται με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εφήβου στα πλαίσια της επαφής και της συνύπαρξης με άλλα άτομα. Είναι ζητήματα που ουσιαστικά καθρεφτίζουν τον άγραφο ηθικό κώδικα που διέπει τις ανθρώπινες σχέσεις. Ο κοινωνικός-συμβατικός τομέας αναφέρεται σε θέματα που αντανακλούν τις κοινωνικές συμβάσεις και αρχές, όπως ορίζονται από την ισχύουσα κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα. Ο προσωπικός τομέας περιλαμβάνει ζητήματα, τα οποία, πέρα από κοινωνικούς και ηθικούς κανόνες, αφορούν αποκλειστικά μόνο τον έφηβο, π.χ. η επιλογή φίλων, οι ετεροφυλικές σχέσεις, ο τρόπος ψυχαγωγίας κ.α. Ο πολυδιάστατος τομέας, τέλος, σχετίζεται με θέματα που συνδυάζουν ζητήματα από τον κοινωνικό-συμβατικό και από τον προσωπικό τομέα, π.χ. το εκκεντρικό ντύσιμο, η παρέα με έναν φίλο που δεν εγκρίνουν οι γονείς, η έλλειψη καθαριότητας στο δωμάτιο κ.α. Πρόκειται για θέματα που εν μέρει παραβιάζουν τις γονεϊκές συμβάσεις και εν μέρει εκφράζουν προσωπικές επιλογές του εφήβου.

Τα θέματα του ηθικού και του κοινωνικού-συμβατικού τομέα σπάνια εγείρουν συγκρούσεις μεταξύ των εφήβων και των γονέων, καθώς και οι δυο πλευρές συμφωνούν πως τα ζητήματα αυτά δικαίως υπόκεινται στο γονεϊκό έλεγχο. Οι έφηβοι, αν και συνηθίζουν να αμφισβητούν πολλές από τις ηθικές, κοινωνικές, θρησκευτικές ή και πολιτικές αντιλήψεις των γονέων τους, εντούτοις ενστερνίζονται το σύστημα των οικογενειακών αξιών και στάσεων. Αντίθετα, οι πιο συνηθισμένες αφορμές σύγκρουσης αφορούν θέματα του πολυδιάστατου τομέα ή ζητήματα που οι έφηβοι εκλαμβάνουν ως προσωπικά (Fuligni, 1998b. Jani, 1997. Smetana, 1988, 1989). Τέτοια θέματα είναι η εμφάνιση, ο τρόπος ντυσίματος, η επίδοση και η συμπεριφορά στο σχολείο, το χαρτζιλίκι, οι ώρες εξόδου, η διασκέδαση, το λεξιλόγιο, η προσωπική ζωή του εφήβου κ.α. (Smetana, Yau, Restrepo, & Braeges, 1991. Besevegis & Giannitsas, 1996). Σημαντικά ζητήματα, όπως η σεξουαλική συμπεριφορά, η χρήση ουσιών ή θέματα υγείας σπάνια οδηγούν στην εκδήλωση συγκρούσεων. Πιο συγκεκριμένα, οι έφηβοι αναφέρουν ως πιο συνηθισμένες αφορμές σύγκρουσης τις σχέσεις με τους συνομηλίκους και τις υποχρεώσεις στο σπίτι, ενώ οι γονείς τις διαπροσωπικές σχέσεις, τους οικογενειακούς κανόνες, τη γενικότερη συμπεριφορά και τις συνήθειες του παιδιού τους (Canary et al., 1995. Collins & Repinski, 1994).

Η συχνότητα της εκδήλωσης συγκρούσεων εξαρτάται κυρίως από το πόσο σημαντικό είναι ένα θέμα για τους εφήβους και κυμαίνεται, κατά μέσο όρο, σε δύο επεισόδια την εβδομάδα. Ο αριθμός αυτός μπορεί να αυξηθεί όταν αφορμή της σύγκρουσης αποτελεί ένα θέμα που ανήκει στη σφαίρα του προσωπικού ή του πολυδιάστατου τομέα. Η ένταση, όμως, των συγκρούσεων ποικίλλει ανάλογα με το πόσο σημαντικό είναι ένα θέμα για τους γονείς και πόσο αυστηρή είναι η αντιμετώπισή τους. Έτσι, οι συγκρούσεις που σχετίζονται με θέματα που οι έφηβοι θεωρούν σημαντικά αν και παρουσιάζουν υψηλή συχνότητα, έχουν χαμηλή ένταση και συνοδεύονται από ήπιες συναισθηματικές αντιδράσεις από τη μεριά των γονέων, ενώ υψηλή ένταση αλλά χαμηλή συχνότητα παρατηρείται όταν οι συγκρούσεις αφορούν θέματα που οι γονείς εκλαμβάνουν ως σημαντικά (Allison & Shultz, 2004. Canary et al., 1995. Fuligni, 1998b. Rae, 1992. Smetana, 1988, 1989).

3.7. Στρατηγικές και τρόποι επίλυσης συγκρούσεων

Πέρα από την ένταση, τη συχνότητα και τα θέματα που οδηγούν στην εκδήλωση συγκρούσεων, ο τρόπος διαχείρισής τους αναδεικνύει το χαρακτήρα και την ποιότητα μιας σχέσης περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη μορφή αλληλεπίδρασης μεταξύ δύο ατόμων. Σύμφωνα με τους Sillars και Wilmot, οι αντιδράσεις των εμπλεκομένων σε μια σύγκρουση μελών μπορούν να κατηγοριοποιηθούν με βάση δύο διαστάσεις: το σθένος (valence) και την εμπλοκή (engagement). Έτσι, η συμπεριφορά κατά τη διάρκεια επίλυσης μιας σύγκρουσης ενδέχεται να είναι θετική ή αρνητική (σθένος της σύγκρουσης), άμεση ή έμμεση (τρόπος εμπλοκής στη σύγκρουση). Ο συνδυασμός, δε, των δύο αυτών διαστάσεων διαμορφώνει τρία είδη ή στρατηγικές επίλυσης συγκρούσεων: την αποφευκτική (avoidant), την επιμεριστική (distributive) και τη συνθετική (integrative) στρατηγική (Canary et al., 1995).

Η συνθετική στρατηγική επίλυσης συγκρούσεων χαρακτηρίζεται από θετικές και άμεσες συμπεριφορές, όπως η αιτιολόγηση, η ορθολογική συζήτηση, η υποστηρικτική επικοινωνία κ.α. Στην επιμεριστική στρατηγική τα άτομα υιοθετούν κατά τη διάρκεια επίλυσης μιας σύγκρουσης, άμεσες, αλλά αρνητικές συμπεριφορές, όπως η λεκτική επιθετικότητα, η συναισθηματική έκφραση της επιθετικότητας και η αμυντική επικοινωνία. Τόσο στη συνθετική όσο και στην επιμεριστική στρατηγική, ο τρόπος εμπλοκής στη σύγκρουση είναι άμεσος, σε αντίθεση με την αποφευκτική στρατηγική που χαρακτηρίζεται από έμμεσες συμπεριφορές, όπως η αποφυγή της αντιπαράθεσης, ο περισπασμός, η απόσυρση κ.α. Ο έμμεσος τρόπος εμπλοκής σε μια σύγκρουση ενδέχεται να αντανακλά είτε θετικές είτε αρνητικές συμπεριφορές. Αναλυτικότερα, όταν ο στόχος της αποφυγής είναι να αποτρέψει την καταστρεπτική κλιμάκωση της έντασης κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης, τότε αυτού του είδους η συμπεριφορά έχει μια θετική διάσταση. Αντίθετα, μια έμμεση συμπεριφορά είναι αρνητική όταν καθρεφτίζει την προσπάθεια ενός ατόμου να αποφύγει την απόδοση ευθυνών για δικές του πράξεις (Canary et al., 1995).

Αδιαμφισβήτητα, μόνο η συνθετική στρατηγική οδηγεί στην επιτυχή επίλυση των συγκρούσεων που ανακύπτουν στα πλαίσια μιας διαπροσωπικής σχέσης, καθώς στηρίζεται στην υποστηρικτική επικοινωνία, την ισοτιμία και την κατανόηση. Ως εκ τούτου, χρειάζεται να αποτελεί την πρώτη επιλογή των εμπλεκομένων σε μια σύγκρουση μελών. Η λιγότερο προτιμητέα επιλογή πρέπει να είναι η επιμεριστική στρατηγική επίλυσης συγκρούσεων, κύρια χαρακτηριστικά της οποίας είναι η επιθετικότητα και ο αμυντικός τρόπος επικοινωνίας. Στην προοπτική, μάλιστα, της χρήσης επιμεριστικών στρατηγικών κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης, είναι περισσότερο επιθυμητή η χρήση έμμεσων, αποφευκτικών στρατηγικών (Duncan, Strycker, Duncan, & Okut, 2002. Canary et al., 1995).

3.8. Επιμέρους παράγοντες που επηρεάζουν τη σχέση εφήβων-γονέων και τις μεταξύ τους συγκρούσεις

α. Το φύλο και η ηλικία του εφήβου

Οι περισσότεροι ερευνητές συμφωνούν ότι κατά το αρχικό στάδιο της εφηβείας (10 ½ - 11 έως 14 ετών), παρατηρούνται οι συχνότερες και εντονότερες συγκρούσεις μεταξύ των εφήβων και των γονέων τους. Έπειτα από το πέρας αυτού του σταδίου το επίπεδο των συγκρούσεων μειώνεται και οι σχέσεις των εφήβων με τους γονείς σταδιακά εξομαλύνονται (Allison & Shultz, 2004. Canary et al., 1995. Paikoff & Brooks-Gunn, 1991). Το φαινόμενο αυτό μπορεί να ερμηνευθεί από το γεγονός των ραγδαίων βιοσωματικών και γνωστικών αλλαγών της πρώιμης εφηβείας που δημιουργούν σύγχυση, άγχος και «ψυχική αναταραχή» τόσο στους εφήβους όσο και στους γονείς τους (Steinberg, 2001. Αναστασόπουλος, 1997. Μόττη-Στεφανίδη, 1997).

Ωστόσο, άλλοι ερευνητές υποστηρίζουν (Smetana & Gaines, 1999. Bosma, Jackson, Zijsling, Zani, Cicognani, Xerri, Honess, & Charman, 1996. Montemayor, 1982) ότι το επίπεδο των συγκρούσεων διατηρείται αμείωτο και κατά τη διάρκεια της μέσης (14 έως 17 ετών) και όψιμης εφηβικής ηλικίας (17 έως 21 ετών). Οι πρώιμοι έφηβοι, μάλιστα, συγκριτικά με τους μεγαλύτερους σε ηλικία εφήβους, είναι συνήθως περισσότερο υπάκουοι και παραχωρητικοί απέναντι στους γονείς τους κατά την επίλυση των μεταξύ τους συγκρούσεων. Όσο μεγαλώνουν, όμως, οι έφηβοι γίνονται ολοένα και πιο διεκδικητικοί, γεγονός που συχνά συνοδεύεται από έντονη παρορμητικότητα, εκρηκτικότητα, ανυπακοή και αναζωπύρωση των συγκρούσεων με τους γονείς (Fleming, 2005. Smetana & Gaines, 1999. Deković, 1999. Conger & Galambos, 1997).

Ως προς το φύλο, έχει παρατηρηθεί υψηλότερο επίπεδο συγκρούσεων με τους γονείς στα κορίτσια, σε σύγκριση με τα αγόρια, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της πρώιμης εφηβείας (Yau & Smetana, 1996. Collins & Repinski, 1994). Όπως ήδη έχει αναφερθεί, οι βιοσωματικές αλλαγές που επιφέρει η ήβη επηρεάζουν καταλυτικά τη σχέση των εφήβων με τους γονείς. Στα κορίτσια η ηβική ανάπτυξη ξεκινά γύρω στο δωδέκατο έτος της ηλικίας τους, ενώ στα αγόρια ενάμισυ με δύο χρόνια αργότερα. Το φαινόμενο της πιο γρήγορης σωματικής ωρίμανσης των κοριτσιών αποτελεί μια πιθανή ερμηνεία του υψηλότερου επιπέδου συγκρούσεων με τους γονείς στην πρώιμη εφηβεία, συγκριτικά με τα αγόρια. Μια δεύτερη πιθανή ερμηνεία είναι η διαπίστωση ότι οι γονείς συνηθίζουν να ασκούν αυστηρότερο έλεγχο στα κορίτσια ιδιαίτερα όσον αφορά τις ετεροφυλικές σχέσεις. Στα αγόρια, οι συγκρούσεις με τους γονείς αυξάνουν δραματικά με την είσοδο στη μέση και όψιμη εφηβεία, καθώς κορυφώνονται οι διεργασίες της ήβης και επιπλέον ο έφηβος αρχίζει να μιμείται τη διεκδικητική στάση του πατέρα (Sagrestano, McCormick, Paikoff, & Holmbeck, 1999. Μόττη-Στεφανίδη, 1997. Paikoff & Brooks-Gunn, 1991. Παρασκευόπουλος, 1985).

β. Το φύλο του γονέα

Ένας άλλος παράγοντας, που διαφοροποιεί σημαντικά τη σχέση των εφήβων με τους γονείς τους, είναι το φύλο του γονέα. Αν και η σχέση των εφήβων και των δύο φύλων με τη μητέρα τους χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη συναισθηματική εγγύτητα και συνοχή, τόσο τα κορίτσια όσο και τα αγόρια συγκρούονται πιο συχνά με τη μητέρα παρά με τον πατέρα τους (Fuligni, 1998b. Yau & Smetana, 1996. Baumrind, 1991a. Montemayor, 1982). Μια πιθανή ερμηνεία αυτού του φαινομένου αποτελεί η διαπίστωση ότι οι γονείς, ανάλογα με το φύλο τους, ασκούν διαφορετικούς ρόλους στα πλαίσια της σχέσης τους με τους εφήβους, γεγονός που επηρεάζει καταλυτικά και το είδος της μεταξύ τους επικοινωνίας (Fuligni, 1998b. Steinberg, 1990).

Αναλυτικότερα, φαίνεται ότι υπάρχει μια εξειδίκευση ρόλων στη σχέση των γονέων με τα παιδιά τους ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της εφηβικής τους ηλικίας (Jackson et al., 1996). Ο πατέρας αποτελεί, κυρίως, μια μορφή εξουσίας για τους εφήβους που δίνει εντολές αλλά και συμβουλές για κοινωνικά και πρακτικά θέματα, όπως το σχολείο, η επαγγελματική αποκατάσταση, η πολιτική κ.α. Η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται από απόσταση και σεβασμό και οι έφηβοι και των δύο φύλων αναφέρουν ότι αποφεύγουν και δεν αισθάνονται άνετα να συζητούν με τον πατέρα τους πιο προσωπικά ζητήματα, όπως η επιλογή φίλων ή οι ετεροφυλικές σχέσεις. Αντίθετα, οι έφηβοι, τόσο τα αγόρια όσο και τα κορίτσια, αισθάνονται περισσότερη οικειότητα με τη μητέρα τους και συζητούν μαζί της με μεγαλύτερη ευκολία θέματα που θεωρούν ότι ανήκουν στη σφαίρα της προσωπικής τους δικαιοδοσίας. Αν και η μητέρα συγκεντρώνει στο πρόσωπό της, όπως και ο πατέρας, στοιχεία εξουσίας και επιβολής, οι έφηβοι αναφέρουν ότι η στάση της χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη κατανόηση και αποδοχή, γεγονός που διευκολύνει τη μεταξύ τους επικοινωνία και δημιουργεί συναισθήματα εγγύτητας και εμπιστοσύνης. Ωστόσο, ο μεγαλύτερος βαθμός εμπλοκής της μητέρας στην καθημερινή ζωή των εφήβων γεννά περισσότερες αφορμές για διαφωνίες και οδηγεί στην εκδήλωση συχνότερων και πιο έντονων συγκρούσεων (Pipp, Shaver, Jennings, Lamborn, & Fisher, 1985. Youniss & Smollar, 1985).

γ. Το κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο της οικογένειας

Το κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο των γονέων αποτελεί μια μεταβλητή που έχει απασχολήσει ιδιαίτερα το ενδιαφέρον των κοινωνικών επιστημών. Αν και έχουν διατυπωθεί στο παρελθόν διάφορες απόψεις σχετικά με τον τρόπο εκτίμησης και μέτρησής του, οι περισσότεροι ερευνητές, πλέον, συμφωνούν ότι ο συνυπολογισμός του οικογενειακού εισοδήματος με το εκπαιδευτικό επίπεδο και το είδος της εργασίας των γονέων αναπαριστά πληρέστερα την έννοια του κοινωνικο-οικονομικού επιπέδου. Ωστόσο, η προβλεπτική ισχύ των τριών αυτών διαστάσεων (οικογενειακό εισόδημα, εκπαιδευτικό επίπεδο και επάγγελμα των γονέων), καθώς και ο τρόπος μέτρησής τους (ξεχωριστά ή σε συνδυασμό), διαφέρει σημαντικά στις υπάρχουσες έρευνες, ενώ υπάρχει αβεβαιότητα σχετικά με το αν η έννοια του κοινωνικο-οικονομικού επιπέδου έχει την ίδια σημασία μεταξύ διαφορετικών πολιτισμικά ομάδων. Έτσι, η επιλογή του τρόπου μέτρησης του κοινωνικο-οικονομικού επιπέδου παραμένει, στην ερευνητική πράξη, ένα ανοικτό ζήτημα. Συνήθως καθορίζεται με βάση το εκάστοτε διερευνητικό ερώτημα και ανάλογα με το είδος του πληθυσμού που συμμετέχει σε μια έρευνα και τους περιορισμούς που προκύπτουν κατά τη συλλογή των δεδομένων (Bradley & Corwyn, 2002).

Το χαμηλό κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο των γονέων έχει συνδεθεί με ένα ευρύ φάσμα αρνητικών επιπτώσεων στη γνωστική και συναισθηματική ανάπτυξη των εφήβων, γεγονός που επηρεάζει καταλυτικά τη γενικότερη ψυχοκοινωνική τους προσαρμογή. Ευρήματα ερευνών καταδεικνύουν ότι πολλοί έφηβοι που προέρχονται από οικογένειες χαμηλού κοινωνικο-οικονομικού επιπέδου έχουν περιορισμένες γλωσσικές δεξιότητες και βιώνουν συχνά συναισθήματα άγχους, απογοήτευσης και θυμού (Bradley & Corwyn, 2002. Hoff-Ginsberg, 1991). Οι Serbin και Karp (2004), επιπλέον, υποστηρίζουν ότι αρκετές προβληματικές συμπεριφορές, όπως η εγκατάλειψη του σχολείου, η χρήση ουσιών και η παραπτωματικότητα συχνά αφορούν εφήβους από τέτοιες οικογένειες.

Το στρες που απορρέει από τη χρόνια οικονομική και επαγγελματική ανασφάλεια αναπόφευκτα προκαλεί και στους γονείς ανάλογα συναισθήματα θλίψης, απογοήτευσης και θυμού. Τέτοιου είδους συναισθήματα διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερα αρνητικό κλίμα και διαταράσσουν την ποιότητα των σχέσεων μεταξύ των μελών μιας οικογένειας. Πολύ συχνά η συμπεριφορά των γονέων χαρακτηρίζεται από έλλειψη θερμότητας, ευαισθησίας και απαντητικότητας στις ανάγκες των παιδιών τους, την απουσία καθοδήγησης και ελέγχου ή την επιβολή αυστηρών κανόνων, γεγονός που έχει ως συνέπεια την εκδήλωση συχνότερων και εντονότερων συγκρούσεων, κύρια χαρακτηριστικά των οποίων είναι η επιθετικότητα και η ανωριμότητα (Miller, DiIorio, & Dudley, 2002. Flanagan, 1990. McLoyd, 1990).

δ. Η ποιότητα της επικοινωνίας εφήβων-γονέων

Η ποιότητα της επικοινωνίας εφήβων-γονέων είναι ένας επιπλέον παράγοντας που επηρεάζει καταλυτικά τόσο τη συχνότητα και την ένταση όσο και τη διαχείριση και τον τρόπο επίλυσης των μεταξύ τους συγκρούσεων. Πιο συγκεκριμένα, η θετική επικοινωνία εφήβων-γονέων, που χαρακτηρίζεται από αμοιβαία συναισθήματα εμπιστοσύνης και οικειότητας, αν και δεν περιορίζει σημαντικά τη συχνότητα των συγκρούσεων, μειώνει τις αρνητικές τους συνέπειες και διευκολύνει την αποτελεσματική επίλυσή τους. Επιπλέον, ενισχύει την αυτοεκτίμηση και προάγει τη διαδικασία διαμόρφωσης ταυτότητας και την προσπάθεια αυτονόμησης των εφήβων. Όταν, αντίθετα, η επικοινωνία εφήβων-γονέων χαρακτηρίζεται από αρνητικά συναισθήματα, αυστηρότητα, ένταση και βία, οι μεταξύ τους συγκρούσεις οδηγούν στην εκδήλωση αυξημένης επιθετικότητας και στη συναισθηματική απομάκρυνση των εφήβων από τους γονείς (Pagani, Tremblay, Nagin, Zoccolillo, Vitaro, & McDuff, 2004. Canary et al., 1995. Walsh & Scheinkman, 1993).

Αναλυτικότερα, η επικοινωνία εφήβων-γονέων είναι θετική όταν οι έφηβοι αισθάνονται άνετα να συζητούν με τους γονείς θέματα που σχετίζονται με τις αναπτυξιακές προκλήσεις της ηλικίας τους και όταν οι γονείς κατανοούν το στρες που συνεπάγεται η μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση (Rae, 1992). Για τη διατήρηση ενός κλίματος ανοικτής και θετικής επικοινωνίας, είναι πολύ σημαντικό, επίσης, οι γονείς και οι έφηβοι να λαμβάνουν από κοινού αποφάσεις γύρω από τα θέματα που εγείρουν συγκρούσεις στη μεταξύ τους σχέση. Τέτοια θέματα είναι συνήθως ζητήματα της καθημερινής ζωής, για τα οποία οι έφηβοι διεκδικούν μεγαλύτερη αυτονομία και τη δυνατότητα προσωπικής επιλογής και έκφρασης, ενώ οι γονείς επιδιώκουν οπωσδήποτε να διατηρήσουν τον έλεγχο.

Η ποιότητα της επικοινωνίας, αλλά και η γενικότερη ψυχοκοινωνική προσαρμογή των εφήβων, επηρεάζεται αρνητικά όταν η λήψη των αποφάσεων για τα διάφορα θέματα που τους απασχολούν γίνεται αποκλειστικά είτε από τους εφήβους είτε από τους γονείς (Smetana, 2004. Yau & Smetana, 2003, 1996. Jackson et al., 1996). Άλλοι παράγοντες που διαταράσσουν την ποιότητα της επικοινωνίας είναι η άρνηση των εφήβων να μοιραστούν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους με τους γονείς, η δυσκολία των γονέων να δώσουν πληροφορίες στους εφήβους σχετικά με τις αλλαγές που επιφέρει η ηβική ανάπτυξη, καθώς και το στρες που απορρέει από πιθανά προβλήματα των γονέων, όπως επαγγελματικά, οικονομικά ή και προβλήματα υγείας (Coleman & Hendry, 1999. Canary et al., 1995. Walsh & Scheinkman, 1993). Σύμφωνα μάλιστα με έρευνα των Bardi και Borgognini-Tarli (2001), πολύ συχνά οι γονείς που αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους προβλήματα εκδηλώνουν περισσότερη επιθετικότητα κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων με τα παιδιά τους, επιθετικότητα που μπορεί να αγγίξει τα όρια της ψυχολογικής ή και σωματικής κακοποίησης.

ε. Η ποιότητα της επικοινωνίας των γονέων

Η ποιότητα της επικοινωνίας των γονέων και, ειδικότερα, η συχνότητα, η ένταση και ο τρόπος επίλυσης των συγκρούσεων μεταξύ του συζυγικού ζευγαριού, επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό και την ποιότητα της σχέσης εφήβων-γονέων. Ευρήματα ερευνών καταδεικνύουν ότι οι συχνές και έντονες συγκρούσεις μεταξύ των συζύγων κλονίζουν τη συνολική λειτουργία της οικογένειας, καθώς σχετίζονται με την εκδήλωση αυξημένης επιθετικότητας στα πλαίσια της σχέσης τους και με τα παιδιά τους, αλλά και με γονεϊκές συμπεριφορές που εκφράζουν ψυχρότητα, θυμό ή ακόμα και απόρριψη (Stocker, Richmond, Low, Alexander, & Elias, 2001. Kelly, 2000. Nomura, Noguchi, Saito, & Tezuka, 1995). Σύμφωνα, δε, με τους Howes και Markman (1989), όταν η σχέση των γονέων είναι έντονα συγκρουσιακή, τα παιδιά και οι έφηβοι αδυνατούν να διαμορφώσουν συναισθηματικούς δεσμούς μαζί τους που να χαρακτηρίζονται από σταθερότητα και ασφάλεια, γεγονός που διαταράσσει την ποιότητα της μεταξύ τους σχέσης.

Επιπλέον, σε πρόσφατη έρευνα των Reese-Weber και Kahn (in press), σημαντικό ποσοστό έφηβων που προέρχεται από διαζευγμένες οικογένειες ανέφεραν ότι χρησιμοποιούν παρόμοιους με τους γονείς τους τρόπους επίλυσης συγκρούσεων. Καθώς η οικογένεια αποτελεί το πρωταρχικό πλαίσιο κοινωνικοποίησης του παιδιού, οι έφηβοι συχνά υιοθετούν τους τρόπους επίλυσης συγκρούσεων που χρησιμοποιούν οι γονείς όταν έρχονται σε αντιπαράθεση, διαιωνίζοντας έτσι το φαύλο κύκλο της μη θετικής επικοινωνίας, της επιθετικότητας και του θυμού και στις μεταξύ τους συγκρούσεις (Reese-Weber, 2000. Reese-Weber & Bartle-Haring, 1998. Hartz, 1995. Canary et al, 1995).

3.9. Συνέπειες των συγκρούσεων εφήβων-γονέων

Όπως ήδη έχει αναφερθεί, το αναπτυξιακό στάδιο της εφηβείας είναι μια περίοδος συχνών αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων στα πλαίσια της σχέσης των εφήβων με τους γονείς τους. Οι Barber και Delfabbro (2000) υποστηρίζουν ότι το επίπεδο αυτών των συγκρούσεων (η συχνότητα και η έντασή τους) αποτελεί έναν από τους πιο ισχυρούς προβλεπτικούς δείκτες της συνολικής ψυχοκοινωνικής προσαρμογής των εφήβων. Συνεπώς, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διασαφηνιστούν οι πιθανές αρνητικές συνέπειες ενός αυξημένου επιπέδου συγκρούσεων στη σχέση εφήβων-γονέων, που σύμφωνα με τους Canary et al. (1995), διακρίνονται σε άμεσες και έμμεσες. Πιο συγκεκριμένα, οι συγκρούσεις μπορεί να επηρεάσουν άμεσα την προσαρμογή των εφήβων ή έμμεσα, μέσω της διαμεσολάβησης ιδιαίτερα δυσλειτουργικών τύπων γονεϊκής συμπεριφοράς και τρόπων ανατροφής των παιδιών.

Άμεσες συνέπειες: α. Η εκμάθηση, μέσω της μίμησης της συμπεριφοράς των γονέων, δυσπροσαρμοστικών τρόπων επίλυσης συγκρούσεων. β. Η απουσία κατάλληλων κοινωνικών δεξιοτήτων. γ. Αρνητικά συναισθήματα, επιθετικότητα, θυμός και έλλειψη σεβασμού απέναντι στους γονείς. δ. Απομάκρυνση από τους γονείς και στροφή προς τους συνομηλίκους για υποστήριξη κ.α. (Pagani, Tremblay, Nagin, Zoccolillo, Vitaro, & McDuff, 2004. Canary et al., 1995. Paikoff, & Brooks-Gunn, 1991).

Έμμεσες συνέπειες: α. Εσωτερικευμένα προβλήματα, όπως χαμηλή αυτοεκτίμηση, απαισιοδοξία, φόβος απόρριψης, μειωμένη ευεξία, συμπτώματα κατάθλιψης, πιθανές απόπειρες αυτοκτονίας, κοινωνική απόσυρση κ.α. β. Εξωτερικευμένα προβλήματα, όπως παραπτωματική συμπεριφορά, κατάχρηση αλκοόλ, χρήση ουσιών, φυγή από το σπίτι κ.α. (Shek & Ma, 2001. Formoso, Gonzales, & Aiken, 2000. Canary et al., 1995).

Ανακεφαλαιώνοντας, οι συνέπειες των συγκρούσεων εφήβων-γονέων τείνουν να είναι περισσότερο αρνητικές όταν συνδυάζονται με ένα οικογενειακό περιβάλλον, στο οποίο κυριαρχεί η έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας και η επιθετικότητα. Στην περίπτωση, δε, που οι γονείς αντιμετωπίζουν οι ίδιοι σοβαρά προβλήματα όπως κατάχρηση αλκοόλ, κατάθλιψη ή αντικοινωνική συμπεριφορά, η κατάσταση χειροτερεύει δραματικά, με εξαιρετικά σημαντικές επιπτώσεις για την ψυχοκοινωνική προσαρμογή των εφήβων (Marmorstein & Iacono, 2004. Kane & Garber, 2004. Loukas, Fitzgerald, Zucker, & von Eye, 2001. El-Sheikh & Flanagan, 2001).